Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλίο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Δείτε, πως ΚΕΡΔΗΘΗΚΕ μια "μάχη", με την λογοκρισία

Πρώτη του Μάη 2019 και αξίζει να έρθει εδώ, πως ΚΕΡΔΗΘΗΚΕ μια "μάχη", με την λογοκρισία στην σελίδα της Αναστασίας Καλλιοτζή στο Φεις.

Πατήστε Παλιότερες αναρτήσεις, για να φτάσετε και στο γράμμα μου...

ΕΔΩ: (Όλα μαζί)

ΚΑΛΟΝ ΜΗΝΑ!

ΑΓΑΝΤΑ ΣΤΑ "ΕΜΠΟΔΙΑ"!...

Σάββατο 16 Μαρτίου 2019

Ελένη Σταμούλη: Στον Βόλο συμβαίνουν τέρατα που παρουσιάζονται σαν ανδραγαθήματα από τα ΜΜΕ

***

Ελένη Σταμούλη: Στον Βόλο συμβαίνουν τέρατα που παρουσιάζονται σαν ανδραγαθήματα από τα ΜΜΕ




Η δημοσιογράφος Ελένη Σταμούλη ήταν κεντρική ομιλήτρια στην παρουσίαση του βιβλίου του Γιάννη Παντελάκη «Η χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας, 20+1 ιστορίες κιτρινισμού». Η ίδια αναλύοντας το βιβλίο παρουσίασε την πραγματικότητα που επικρατεί σήμερα στα Μέσα Ενημέρωσης της Μαγνησίας, με εμποράκους της ενημέρωσης και μπακάληδες της πληροφορίας. Όλη ο ομιλία της Ελένης Σταμούλη στην παρουσίαση του βιβλίου του γνωστού  και έμπειρου δημοσιογράφου Γιάννη Παντελάκη, ο οποίος  ανεπηρέαστος, καταβυθίστηκε κυριολεκτικά με την έρευνά του στον βούρκο αυτού του τύπου δημοσιογραφίας και ανέσυρε μερικές εξαμβλωματικές εκδηλώσεις του κατά τη μεταπολιτευτική περίοδο:
«Όταν κάπου στις αρχές της δεκαετίας του ’80 διάβαζα «τη χαμένη τιμή της Κατερίνας Μπλουμ», ήμουν και νεαρή δημοσιογράφος και επαγγελματίας ρομαντική του χώρου.
Το βιβλίο εκδόθηκε πολύ πριν τα ΜΜΕ έχουν τη σημερινή μορφή και στη Γερμανία και πολύ περισσότερο στην Ελλάδα. Περιγράφει έναν κόσμο στον οποίο ένας άνθρωπος, κουρελιάζεται, εκμηδενίζεται, ατιμώνεται και γίνεται έρμαιο στα χέρια ενός συστήματος και αυτών που το εκμεταλλεύονται. Αυτή η ισοπέδωση, όμως, δεν γίνεται παθητικά δεκτή, αλλά αντιμετωπίζεται δυναμικά από το θύμα, που δολοφονεί τον διεφθαρμένο δημοσιογράφο.
Η εξέλιξη αυτή τότε, με είχε συνεπάρει. Βλέπετε, το δίκιο με τη μορφή της αυτοδικίας, φλερτάρει πάντα με τα νιάτα και την ορμή τους.
Φαίνεται όμως πως η Κατερίνα του γερμανού νομπελίστα Μπελ, ξέφυγε από τις σελίδες της μυθοπλασίας με την ευκολία και την άνεση που της παρείχαν οι σύγχρονες εκδοχές, αυτού, που στην Ελλάδα τα τελευταία 40 χρόνια , περικλείουμε στον όρο του πολιτικού και του κοινωνικού κιτρινισμού.
Τι περικλείει ο όρος κίτρινη δημοσιογραφία? Μεγάλη η ομπρέλα, που αγκαλιάζει την παραποίηση αλλά και την κατασκευή γεγονότων, το διασυρμό και τη διαπόμπευση ανθρώπων σε σημείο εξόντωσης.
Στεγάζει την συκοφάντηση, την απάτη και την αγυρτεία,  τη δημοσιογραφία του εκβιασμού και του χρηματισμού, τη δημοσιογραφία του ρατσισμού και της ομοφοβίας, τη δημοσιογραφία της κλειδαρότρυπας, της γκάφας αλλά και των fake news.
Ο Γιάννης Παντελάκης, έμπειρος  δημοσιογράφος, στη  «χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας»,  καταγράφει με λεπτομέρειες και παραθέτει σχολιαστικά, 20+1 ιστορίες κιτρινισμού που ανέσυρε από το πρόσφατο παρελθόν. Διαβάζοντας τες, αναπόφευκτα, θα έρθουμε μπροστά σε ιστορίες εκβιασμού που παρακολουθήσαμε σε συνέχειες από τους τηλεοπτικούς μας δέκτες.
Θα ανασύρουμε βίαια γεγονότα που είδαμε την τραγική τους κατάληξη σε ζωντανή σύνδεση, με δημοσιογράφους σε ρόλο διαχειριστή κρίσης.
Θα θυμηθούμε δελτία ειδήσεων της τηλεόρασης που έκαναν τα ασήμαντα σημαντικά. Αλλά και
Ρεπορτάζ που εμφάνιζαν  ως τρομοκράτες πολίτες που δεν είχαν καμία σχέση με τη 17 Νοέμβρη.
Και βεβαίως τα Fake news των ημερών μας,  να διακινούνται χωρίς μέτρο στο διαδίκτυο.
Εξαιρετικά ενδιαφέροντα κατά τα γνώμη μου, τα σημεία που ο Παντελάκης αναφέρεται  στην κατά το δέον αντιμετώπιση των περιστατικών που κατέγραψε. Στην  σωστή τους δηλ. δημοσιογραφική διαχείριση, με τη ματιά και την έντιμη περπατησιά του επαγγελματία, τόσων χρόνων στο χώρο των ΜΜΕ.
Και βεβαίως, το σημαντικότερο στο βιβλίο αυτό, το γεγονός ότι ο συγγραφέας του, δεν χαρίστηκε σε κανέναν, σημάδι ότι δεν χρωστούσε και σε κανέναν. Ακόμη κι όταν χρειάστηκε να αναφερθεί στο χώρο δουλειάς του, σε συναδέλφους του διπλανού γραφείου, δεν νοιώθει άβολα ή αμήχανα. Απλά, κάνει τη δουλειά του.
Είναι  πράγματι, μια εξαιρετική ερευνητική δουλειά του Γιάννη Παντελάκη, που απ’ όσο γνωρίζω δεν υπάρχει όμοια της στα μεταπολιτευτικά χρόνια και είναι βέβαιο ότι θα αποτελέσει βιβλίο αναφοράς.
Θα πρέπει να αφιέρωσε αμέτρητες ώρες, ανατρέχοντας σε αρχεία, διαβάζοντας βιβλία, κουβεντιάζοντας με ανθρώπους των Μέσων- αλλά και με κατατρεγμένους από αυτά- και σίγουρα έχει απαντήσεις.
Δεν ξέρω αν έψαχνε μόνο,
– γιατί στους δρόμους το σύνθημα «αλήτες, ρουφιανοι δημοσιογράφοι» έχει πάρει διαστάσεις καταιγίδας,
– γιατί η καχυποψία είναι ίσως η επιεικέστερη αντιμετώπιση που συναντούμε στην κοινωνία όσοι ασκούμε αυτό το επάγγελμα.
-γιατί  στη συνείδηση του κόσμου, ο δημοσιογράφος είναι ταυτισμένος με τη συναλλαγή και την εξουσία.
Το βέβαιο είναι, ότι πίσω από τα γεγονότα και  τη στρεβλή, αντιδεοντολογική και επικίνδυνη ανάδειξη που είχαν από τα Μέσα, στις ιστορίες του Παντελάκη, περπατούμε όχι μόνο πάνω στα αναμμένα κάρβουνα  της  δημοσιογραφικής ανορθοδοξίας, αλλά, ακουμπάμε την παθογένεια της ελληνικής κοινωνίας.
Σε μια χώρα που το 29% των κατοίκων της πιστεύει ότι τους ψεκάζουν, είναι αναμενόμενο εμετικές φυλλάδες να βρίσκονται στις κορυφές της κυκλοφορίας και τηλεοπτικές εκπομπές που έχουν παντιέρα τον ανθρώπινο πόνο και αδυναμία να σπάνε τα μηχανάκια της AGB.
Δεν  ισχυρίζομαι ότι η κοινωνική παθογένεια, οδήγησε στη νοσηρότητα της δημοσιογραφίας. Την  τρέφει όμως και την ανατροφοδοτεί. Και με πρόσωπα από τη δεξαμενή του πολιτισμικού και μορφωτικού της επιπέδου που ασκούν το επάγγελμα και με φανατικούς αναγνώστες, θεατές, ακροατές του τελικού, δημοσιογραφικού αποτελέσματος.
Κι επειδή, αυτή την περιβόητη δεοντολογία του δημοσιογραφικού επαγγέλματος, πολλοί την επικαλούνται κι ας μην γνωρίζουν σε τι κωδικοποιείται, θεωρώ ότι είναι αναγκαίο να πούμε ότι ναι, πρόκειται για έναν μπούσουλα που οδηγεί σε μια κατεύθυνση, όσους,  όμως, αγαπούν και τιμούν αυτό που κάνουν και θέλουν να αποκρυσταλλώσουν την εμπειρία για το πως είναι και πως δεν
θα πρεπε να είναι τα πράγματα.  Ένας κώδικας όμως δεοντολογίας, δεν είναι σιδηρά ζώνη αγνότητας που εμποδίζει τις εκτροπές και τις , κατά το δοκούν, ερμηνείες.
Ακόμη και τα ίδια τα πειθαρχικά όργανα των σωματείων μας, αδυνατούν πολλές, ίσως τις περισσότερες φορές, όταν καλούνται, να αποδώσουν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Γιαυτό και στις μέρες μας, η εκτροπή από την κανονικότητα της άσκησης του δημοσιογραφικού επαγγέλματος και τον κανόνα της Δεοντολογίας, είναι τόσο συχνή, είναι μια καθημερινότητα, που εν τέλει θα αξιώσει να είναι ο κανόνας.
Το βιβλίο του Παντελάκη, παρουσιάζεται σήμερα στην πόλη μας, μια πόλη μεσαίου μεγέθους,  που καμαρώνει για τον πολιτισμό και την αστική της ευπρέπεια που κουβαλάει από το παρελθόν, με μακρά ιστορία στο χώρο του Τύπου και με δημοσιογράφους που τίμησαν αυτό το επάγγελμα και έφυγαν με καθαρά χέρια.
Ίσως διαβάζοντας τις ιστορίες σ’ αυτές τις κοντά 300 σελίδες του βιβλίου, να θεωρήσετε ότι απέχουν από τη μικρή μας πόλη, όσο και τα 300 χιλιόμετρα που μας χωρίζουν από την Αθήνα. Θεωρώ όμως, ότι είστε πιο υποψιασμένοι, ώστε να μην μοιράσετε τόσο εύκολα συγχωροχάρτια και στα τοπικά Μέσα, έντυπα και ηλεκτρονικά και στους δημοσιογράφους τους.  Η αλήθεια είναι βέβαια, ότι εδώ τα συμφέροντα δεν έχουν ούτε τη διάχυση, ούτε το εύρος της πρωτεύουσας. Ίσως γιαυτό και ο διαχωρισμός των μεγαλοεμπόρων και των εμποράκων, των μπακάληδων της πληροφορίας.
Αν θέλετε τη γνώμη μου, ίσως οι δεύτεροι να είναι πιο επικίνδυνοι. Και σ’ αυτή την πόλη το ζην επικινδύνως, μας συνταράσσει την τελευταία 5ετία, μας αφήνει έκθαμβους κάτω από το μπλε ηλεκτρικό φως, αμήχανα φωτογραφημένους δίπλα στο I love Volos, αταίριαστους κάτω από την εξέδρα της Φουρέιρα και του Πανταζή. Αυτοί είναι πια οι μπροστάρηδες, οι πρέσβεις της πόλης μας, που θα μεταφέρουν στην Αθήνα ,ότι, ξέρετε κάτι; Στο Βόλο γίνεται της πουτάνας. Και ξέρετε ότι το μεταφέρω όπως ειπώθηκε δημόσια πριν τέσσερις μέρες, από μικροφώνου.
Φαντάζεστε λοιπόν, ότι φτάσαμε εδώ, χωρίς να βάλουν ένα χεράκι, τα Μέσα Ενημέρωσης;
Στο ότι στην πόλη συμβαίνουν τέρατα που παρουσιάζονται σαν  ανδραγαθήματα, θεωρείτε ότι δεν έχουν συμμετοχή τα έντυπα και ηλεκτρονικά Μέσα; Κάποια απ’ αυτά;
Ότι δεν εργάστηκαν και δεν εργάζονται με συνέπεια και στοχοπροσήλωση δημοσιογράφοι γι’ αυτή την τερατογένεση στην πλατεία Ρήγα Φεραίου;
Ήταν μόνο ένα παράδειγμα, έχω πολλά στην τσέπη μου αυτά τα 35 χρόνια που ασκώ το επάγγελμα στην μικρή μας, αθώα πόλη. Οι ζώνες αγνότητας, έχουν πάψει να αποτελούν εμπόδιο και στην περιφέρεια. Ο Κώδικας Δεοντολογίας υπάρχει για να καταστρατηγείται.  Τα άπειρα παραδείγματα αυτής της καταστρατήγησης, υπάρχουν μόνο για να μας υποδείξουν ότι ε ναι, υπάρχουν και οι εξαιρέσεις. Ασφαλώς και δεν είμαστε όλοι ίδιοι.
Και η διαφορά μας εδραζεται με βεβαιότητα στην προσωπική ηθική του καθένα, αλλά και στην ηθική του Μέσου που εκπροσωπούμε.
Ίσως ο δρόμος νάναι μακρύς, ίσως κι αδιάβατος, ποιος να ξέρει; Με τη μικρή συνεισφορά μας όμως ο καθένας, με τη γραφή, τη στάση, τη δημόσια εικόνα μας, μπορούμε να δημιουργησουμε θυλακες αντιστασης, να στήσουμε μικρά αναχωματα στη βία των ΜΜΕ.
Είναι νομίζω θέμα αυτοσεβασμού πριν απ’ όλα και αμφισβήτησης όχι μόνο της εξουσίας που ασκούν οι ιδιοκτήτες των Μέσων αλλά και κυρίως, της εξουσίας που ασκούμε εμείς οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι»
πηγή

***
Ο χρήστης e-thessalia.gr - Εφημερίδα "Θεσσαλία"κοινοποίησε ένα σύνδεσμο.

Πληροφορίες για αυτόν τον ιστότοπο
E-THESSALIA.GR
Η δημοσιογράφος Ελένη Σταμούλη ήταν κεντρική ομιλήτρια στην παρουσίαση του βιβλίου του Γιάννη Παντελάκη «Η χαμένη τιμή της δημοσιογραφίας, 20+1 ιστορίες …

Μου αρέσει!
Σχόλιο


***

Θανάσης Μουτσόπουλος. Ποια είναι τα σύνορα ανάμεσα στην τέχνη και την μη τέχνη;

(Μου το θύμισε το Φεις)

***
Fragile
Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης Θανάσης Μουτσόπουλος | Thanasis Moutsopoulos μάς μιλά για το βιβλίο «Τέχνη | Μη Τέχνη» π...
Δείτε περισσότερα

FRAGILEMAG.GR
Του Γιάννη Παναγόπουλου // Έχουν περάσει τρία – τέσσερα χρόνια από τότε αλλά μπορώ να θυμηθώ πως πρώτη φορά συναντηθήκαμε στο Κολωνάκι. Στο ραντεβού έφτασα δεύτερος. Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορία…


***
Του Γιάννη Παναγόπουλου //
Έχουν περάσει τρία – τέσσερα χρόνια από τότε αλλά μπορώ να θυμηθώ πως πρώτη φορά συναντηθήκαμε στο Κολωνάκι. Στο ραντεβού έφτασα δεύτερος. Ο Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης Θανάσης Μουτσόπουλος είχε στήσει στο τραπέζι το λάπτοπ του. Έγραφε κάτι. Φορούσε λευκά πάνινα All Star. Εκείνο στο δεξί πόδι είχε λυμένο κορδόνι. Δεν θυμάμαι αν του είπα με την πρώτη γι’ αυτό, μάλλον του το έδειξα στο φινάλε της κουβέντας. Θυμάμαι πως, πίνοντας καφέ, μιλήσαμε για την αντικουλτούρα της Αθήνας τη δεκαετία του ’80. Θυμάμαι επίσης πως η κουβέντα μαζί του είχε πολλές παύσεις. Άνθρωποι σταματούσαν, ρώταγαν κάτι σαν “Τι κάνεις; Τι ετοιμάζεις; Να τα πούμε κάποια στιγμή.” Προχτές, την τελευταία φορά που βρεθήκαμε, πρότεινε να συναντηθούμε στα Εξάρχεια. Διάλεξε χώρο. Διάλεξε ώρα. Έφτασα λίγο νωρίτερα από τη συμφωνημένη. Δεν ήταν στο ραντεβού. Σκέφτηκα πως θα μπορούσα να τον βρω σε ένα βιβλιοπωλείο-δισκάδικο που είναι λίγα μέτρα παραπάνω. Έπεσα μέσα. Ήταν χωμένος σε ένα ράφι. Έψαχνε ξεχασμένα fanzine της δεκαετίας του 1980και νομίζω πως, τελικά, αγόρασε κάτι δίσκους βινυλίου. Λίγο αργότερα, πίνοντας καφέ, μιλώντας για το βιβλίο «Τέχνη | Μη Τέχνη» που επιμελήθηκε αλλά και την έκθεση RE-culture 4 που οργανώθηκε την περασμένη χρονιά στην Πάτρα, η κουβέντα μαζί του είχε πολλές παύσεις. Άνθρωποι σταματούσαν, ρώταγαν κάτι σαν “Τι κάνεις; Τι ετοιμάζεις; Να τα πούμε κάποια στιγμή”. Η τέχνη του τυχαίου θα μπορούσε να είναι θέμα κουβέντας μαζί του. Όμως, ας μείνουμε στον Τάκη Τσουκαλά. Ποζάρει στο εξώφυλλο του βιβλίου που δούλεψε. Το «Τέχνη | Μη Τέχνη» είναι το τώρα.
re-culture4_cover_mockup

-Και το βιβλίο λέγεται «Τέχνη | Μη Τέχνη». Στο εξώφυλλο είναι ο Τάκης Τσουκαλάς της Θύρας 7. Ποια είναι η σκέψη που κυριάρχησε στη σύλληψη της ιδέας για το βιβλίο;
– Ήταν μια προσπάθεια να συγκεντρώσουμε εκδοτικά απόψεις για περιοχές που εφάπτονται αλλά δεν ακουμπούν ακριβώς τον κύριο τομέα της τέχνης. Όλο αυτό παρουσιάστηκε εκθεσιακά στην Πάτρα.
-Δηλαδή;
-Όταν λέω πως  αγγίζουν τον χώρο της τέχνης, πρέπει να λάβουμε υπόψη μας το παρόν της σύγχρονης τέχνης. Μια καθοριστική της συνθήκη. Όταν μπαίνουμε σε έναν χώρο τέχνης, οτιδήποτε δούμε στους λευκούς τοίχους, από ένα ουρητήριο ή μια μουτζούρα στον τοίχο ή σκουπίδια στο πάτωμα ή ένα χαρτάκι κολλημένο στον τοίχο είναι ήδη προαποφασισμένο πως είναι τέχνη. Η ερώτηση λοιπόν τι είναι τέχνη δεν έχει κανένα νόημα σ’ έναν χώρο τέχνης γιατί ό,τι και να δεις εντός του είναι τέχνη. Σας θυμίζω πως τα τελευταία χρόνια έχουμε δει ευρείες, περίεργες διευρύνσεις. Την τέχνη να συνδέεται με κοινωνικοπολιτικά γεγονότα, ανθρωπολογικές καταστάσεις, με έρευνες επιστημονικές. Το μεγάλο σοκ έγινε το 2000 όταν είδαμε τη σύνδεση της τέχνης με το ντοκουμέντο. Μέσα από μια διοργάνωση που το όνομα της συνδέεται με το ντοκουμέντο. Tην Documenta του Κάσσελ το 2002. Είδαμε  φωτορεπορτάζ ως έργα τέχνης. Ντοκιμαντέρ που έδειχναν πολεμικές συγκρούσεις στην Αφρική, απεργίες στη Λατινική Αμερική. Όλα αυτά προβλήθηκαν σε καλλιτεχνικούς χώρους. Κάθε τύπου ρεπορτάζ που θα παρουσιαστεί σε καλλιτεχνικό χώρο είναι τέχνη. Είναι άβολο να με αναγκάσεις να δεχτώ ως τέχνη μια φωτογραφία ενός νεκρού στρατιώτη στο μέτωπο. Όταν όμως τη βλέπουμε σε ένα μουσείο σύγχρονης τέχνης να στέκεται δίπλα σε έργα που έχουν καθοριστεί ως καλλιτεχνικά, τότε το όλο πράγμα παίρνει άλλες διαστάσεις. Πλέον το μοναδικό στοιχείο προσδιορισμού του τι είναι τέχνη και του τι είναι ο χώρος πού εκτίθεται. Αν είναι σε έναν χώρο τέχνης αυτομάτως είναι τέχνη. Τι άλλο θα μπορούσε να είναι; Είναι σαν να αγοράζω ένα λογοτεχνικό βιβλίο με λευκές σελίδες. Βιβλίο θα το πω. Βιβλίο είναι. Δεχτήκαμε τη σιωπή του “4΄ 33΄΄” του John Cage ως μουσική. Και το κάνουμε γιατί παρουσιάζεται σε χώρους μουσικής. Εμείς οι δύο, αν μείνουμε σιωπηλοί δεν μπορούμε να την ορίσουμε την σιωπή μας ως μουσική. Δεν υπάρχει το  πλαίσιο να την οριοθετήσουμε ως μουσική.
%ce%b1%ce%bb%ce%ad%ce%be%ce%b7%cf%82-%cf%84%ce%b1%ce%bc%cf%80%ce%bf%cf%85%cf%81%ce%ac%cf%82-%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%ba%ce%ac%ce%bb%cf%85%cf%88%ce%b7-1973
Αλέξης Ταμπουράς- Αποκάλυψη (1973)
-Δεν μπορεί να παραχθεί τέχνη εκτός του πλαισίου που αναφέρεις;  
-Μα ναι. Μπορείς να βγεις από το πλαίσιο. Ένα γκράφιτι στο δρόμο μπορεί να είναι αυτό. Είναι μια καλλιτεχνική πράξη εκτός πλαισίου. Έλα όμως που ολοένα το γράφιτι αφομοιώνονται από το σύστημα. Οι δρόμοι είναι πολύ πολύπλοκοι ώστε να γίνεται η τέχνη αντιληπτή. Έχω ένα αγαπημένο παράδειγμα για την παράνοια του δρόμου. Ο Βλάσσης Κανιάρης, σημαντικός καλλιτέχνης της γενιάς του 1960, είχε κάνει ένα έργο που γύρω από στοιβαγμένους σάκους τσιμέντου είχε βάλει ελληνικές σημαίες. Ήταν ένα σχόλιο στην εποχή της βαριάς ανοικοδόμησης της Ελλάδας. Η χώρα ήταν ένα απέραντο εργοτάξιο. Άκου τώρα τι συνέβη όταν το έργο βγήκε σε δημόσιο χώρο χωρίς το πλαίσιο να είναι δεδομένο. Η τέως διευθύντρια του ΕΜΣ είχε τη φαεινή ιδέα να στήσει έργα σύγχρονης τέχνης στην πόλη. Πίστευε πως με αυτό τον τρόπο η κοινωνία θα γινόταν καλύτερη. Έστησε το έργο στο κέντρο της πλατείας Ομονοίας. Η τελετή παρουσίασης έγινε με φως. Ήρθαν οι επίσημοι, κόπηκαν οι κορδέλες. Κάποια στιγμή ήρθε το βράδυ. Κάποιοι ξήλωσαν τις ελληνικές σημαίες και τις πέταξαν. Υποθέτω πως ήταν αλλοδαποί για τους οποίους η ελληνική σημαία συμβολίζει αυτό που τους κυνηγά. Αυτό είναι το σύμβολο του μεγάλου τους φόβου στις νύχτες τους στην πόλη. Το ξήλωσαν. Ξημέρωσε. Οι άνθρωποι που συναντηθήκαν με το πρώην έργο, πηγαίνοντας στις δουλειές τους, έβλεπαν τεράστιους σάκους από τσιμέντο στην πλατεία Ομονοίας. Όχι άλλο τσιμέντο στην πλατεία θα είπαν. Η κατάληξη ενός ευαίσθητου έργου ήταν μια τραγωδία. Βρέθηκε εκτός πλαισίου κατανόησής του. Χάθηκε κάθε νόημα που εξέπεμπε Η πόλη είναι μια ζούγκλα. Αν γράψω κάτι, μετά θα γράψεις και εσύ κάτι από πάνω μου. Αν κολλήσω κάτι στο δρόμο, είναι πολύ πιθανό σε λίγο κάποιος να περάσει και να κολλήσει κάτι άλλο πάνω του. Μόνο οι γκραφιτάδες αφήνουν χώρο ο ένας στον άλλο. Έχουν τους δικούς τους κώδικες. Χρησιμοποιούν το ρήμα «Πατάω» στη σχέση που αναπτύσσουν ανάμεσά τους. Δεν «πατούν» ο ένας πάνω στο έργο του άλλου. Τώρα βρισκόμαστε στα Εξάρχεια. Μια περιοχή που και στους δύο αρέσει. Μας αρέσει αυτή η ζούγκλα. Αρκεί μια βόλτα στα Εξάρχεια για να καταλάβεις αυτή την πόλη και τον χρόνο που είμαστε. Τώρα, στο ερώτημα αν η σύγχρονη τέχνη με το αντισηπτικό της περιβάλλον μπορεί να κατατεθεί εδώ, στην περιοχή που είμαστε, θα απαντούσα πως όχι, γιατί απλώς δεν μπορεί να επικοινωνήσει.
%ce%b3%ce%b9%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%82-%ce%b9%cf%89%ce%ac%ce%bd%ce%bd%ce%bf%cf%85-%ce%b5%ce%ba-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%b1%ce%b9%cf%83%ce%b8%ce%ae%cf%83%ce%b5%cf%89%ce%bd-1992
Το έργο του Γιώργου Ιωάννου “Εκ Των Αισθήσεων”, 1992
-Στην Πάτρα τι έγινε;
-Και στο βιβλίο αλλά και στην Πάτρα δοκιμάσαμε να παρουσιάσουμε καλλιτεχνικές εκδοχές που είναι ολωσδιόλου αντίθετες είτε ιδεολογικά είτε επικοινωνιακά με το σύστημα της τέχνης. Ένα από τα μεγάλα της ταμπού είναι ότι δεν συμπεριλαμβάνει στους κόλπους της τα έργα των ψυχικά ασθενών. Δεν μιλώ για περιπτώσεις σαν του Γιαννούλη Χαλεπά ή του Βαν Γκονγκ, οι όποιοι διαγνώστηκαν με κάποια πιθανή ψυχική διαταραχή αλλά είχαν μια πρότερη «νορμάλ» καλλιτεχνική ιστορία. Στην περίπτωσή μας μιλάμε για ψυχικά ασθενείς οι οποίοι πέρασαν τη ζωή τους σε άσυλο. Που δεν σπούδασαν  ποτέ σε κάποιο καλλιτεχνικό ινστιτούτο. Άρα, ως εκ τούτου, αυτά που ζωγραφίζουν ή κατασκευάζουν είναι προϊόντα μιας έμπνευσης που δεν έχει σχέση με τον κόσμο της τέχνης. Δεν επηρεάζονται από τίποτα. Αυτό ακόμα και σήμερα που μιλάμε είναι κάτι που η ιστορία της τέχνης δεν το εντάσσει στους κόλπους της με την εύλογη δικαιολογία ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν συνειδητότητα. Και η σημερινή τέχνη βασίζεται πάνω της έντονα. Δεν κοιτά αν για παράδειγμα εσύ ζωγραφίζεις καλά ή αν είσαι καλός μουσικός. Ενδιαφέρεται περισσότερο για το κόνσεπτ ενός έργου. Είναι προφανές πως αυτούς τους ανθρώπους, τους ψυχικά ασθενείς δεν μπορεί να τους εντάξει. Η πλειοψηφία τους ασχολείται με τα εικαστικά. Μερικά από τα έργα ήταν πραγματικά εντυπωσιακά. Το ίδιο είναι και το ενδιαφέρον γύρω από το έργο αυτών των ανθρώπων. Υπάρχει αυξανόμενο ενδιαφέρον με εκδόσεις, εκθέσεις γύρω από αυτό το ζήτημα. Πριν 2 χρόνια βρέθηκα στο Παρίσι, επισκέφτηκα έναν χώρο που δείχνει περισσότερο εναλλακτικά πράγματα. Μιλώ για το Maison Rouge. Παρουσίαζε έργα ψυχικά ασθενών ανθρώπων. Οι επισκέπτες ξεπέρασαν τις δεκάδες χιλιάδες. Και μόνο ο αριθμός των επισκεπτών μάς δείχνει πως δεν μιλάμε για κάτι περιθωριακό. Αυτή η κίνηση δεν γίνεται αντιληπτή από τον κόσμο της τέχνης. Υπάρχουν γκαλερί που παρουσιάζουν έργα αυτών των ανθρώπων, υπάρχουν εκδόσεις που τους αφορούν. Στο βιβλίο μάς απασχόλησαν πράγματα που ισορροπούν ανάμεσα στο “είναι τέχνη” και “δεν είναι τέχνη”. Στην έκθεση στην Πάτρα παρουσιάσαμε, επίσης, μια σειρά από έργα του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού από τη Βόρεια Κορέα. Μια χώρα με ιδιαίτερο ενδιαφέρον που είχα την τύχη να την επισκεφθώ. Η σύγχρονη ιστορία της τέχνης αφήνει έξω τον Σοσιαλιστικό Ρεαλισμό. Τον θεωρεί μια στρατευμένη τέχνη. Υπάρχουν έργα σημερινά τα οποία προέρχονται από το πιο κλειστό κράτος του κόσμου. Πια μπορείς να βρεις κόκα–κόλα και στο πιο απομακρυσμένο χωριό ζούγκλας της Αφρικής, όμως για την τέχνη εκείνης της Βόρειας Κορέας γνωρίζουμε ελάχιστα. Να ένα ακόμα παράδειγμα που μας δείχνει πως τα όρια της τέχνης είναι σχετικά. Αφήνει έξω ανθρώπους που έχουν σπουδάσει ζωγραφική, τα έργα τους τεχνικά είναι άρτια αλλά υποβάλλονται σε όρους που είναι εκτός από το σημερινό σύστημα της τέχνης. Άλλα παραδείγματα που ερευνήσαμε είναι η τέχνη και η ψυχεδέλεια. Η εμπειρία ψυχοδηλωτικών ουσιών και η καλλιτεχνική διαδικασία. Κάναμε ίσως την πρώτη μεγάλη ανασκόπηση του φαινομένου της ελληνικής ποπ–αρτ. Όλοι γνωρίζουν κάτι γι’ αυτή. Άνθρωποι που μπορεί να μην έχουν εξοικείωση με την τέχνη την ποπ-αρτ την γνωρίζουν. Όμως πόσο γνωρίζουν πως υπάρχει ελληνική ποπ–αρτ; Πέρα από την ιστορική της φάση της δεκαετίας του ‘60 υπάρχει και σήμερα μια νέα γενιά ανθρώπων που εμπνέεται με αυτό το πράγμα. Υπάρχουν έργα με ενδιαφέρον που καταπιάνονται με τη μαζική κουλτούρα, τη διαφήμιση, τον καταναλωτισμό.
32-poster1
– Το βιβλίο «Τέχνη | Μη Τέχνη» είναι η συνέχεια όσων παρουσιάσατε στην RE-culture 4 της Πάτρας;
-Δεν θα το έλεγα. Η σωστή σύνδεση μεταξύ μιας έκθεσης και ενός βιβλίου πρέπει το καθένα να σου δίνει διαφορετικά πράγματα από το άλλο. Δηλαδή το βιβλίο έχει πολύ κείμενο. Κάτι που δεν μπορεί να δώσει η έκθεση. Η έκθεση μπορεί να σε φέρει σε επαφή με έργα που οι σελίδες ενός βιβλίου αδυνατούν να χωρέσουν. Είναι όπως η σχέση ενός ηχογραφημένου σε στούντιο άλμπουμ και μιας συναυλίας του ίδιου καλλιτέχνη. Μουσική ακούς και στις δύο περιπτώσεις χωρίς το ένα να υποκαθιστά το άλλο.
-Σήμερα στην Αθήνα όλοι περιμένουν την Documenta, σε σένα αυτό τι λέει;
-Γενικότερα έχω την άποψη πως συχνά εξιδανικεύουμε το εξωτερικό. Το Βερολίνο μάς δίνει ένα κάλο παράδειγμα. Πολλοί νέοι καλλιτέχνες έφυγαν για εκεί. Μπορούν να ζουν αλλά έχω την αίσθηση πως δεν υπήρξε η καλλιτεχνική εξέλιξη που περίμεναν. Σε ό,τι αφορά την συνδιοργάνωση Κάσσελ – Αθήνας για την Documenta συχνά μου δίνει την εντύπωση λες και περιμένουμε να βαπτιστούμε στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ για να ξεπλύνουμε όλες μας της αμαρτίες.
-Θεωρείς πως υπάρχουν καλλιτέχνες που το πιστεύουν πραγματικά αυτό;
-Όχι και τόσο οι καλλιτέχνες όσο οι δημοσιογράφοι. Για πρώτη φορά η Αθήνα συνδιοργανώνει κάτι με το Κάσσελ. Φαντάζομαι πως τα χρήματα της συνδιοργάνωσης θα έπρεπε να τα μοιράζονται και οι δύο πόλεις. Μόνο έτσι θα μπορούσαμε να μιλούμε για μια σχέση ισοτιμίας. Ο δήμος της Αθήνας δεν βάζει κάτι. Και ο προϋπολογισμός του Κάσσελ είναι ανατριχιαστικά μεγάλος. Η ναυαρχίδα της έκθεσης θα είναι το Κάσσελ. Η Αθήνα θα φιλοξενήσει κάποιες παράλληλες εκδηλώσεις. Και δεν ξέρω αν ο βαρύγδουπος τίτλος «Learning From Athens» θα είναι κοινός και στις δύο πόλεις. Όπως και να έχει είναι νωρίς να πω κάτι γι’ αυτό. Πρέπει να περιμένω να δω το γεγονός. Δεν μου αρέσει να βιάζομαι
Πηγή


***

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2019

Αχ! ετούτος ο αιώνας!!!!!!!!!!!!!!!!!!!! - Γιώτα Στρατή για Βάϊο Φασούλα

***
Ο χρήστης Vaios Fasoulas κοινοποίησε ένα σύνδεσμο.
22 ώρες
Πληροφορίες για αυτόν τον ιστότοπο
Σχόλια

***


***

Καλειδοσκόπιο στην ποίηση
Αχ! ετούτος ο αιώνας!
Βάιος Φασούλας

Εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ

***
Σελ. 11- 12

Βάιος Φασούλας: Ένας Έλληνας, μετανάστης, στην Πατρίδα του.

Γνωρίσαμε τον Βάιο, και την γυναίκα του Μαρία, σε ένα από τα υπερ-ατλαντικά ταξίδια μας, στην Ελλάδα.
Πρωτόφερτος από την Γερμανία στην Πατρίδα του, την αρχαία Τρίκκη (Τρίκαλα), ξαναρίζωσε, γεμάτος ενθουσιασμό για δημιουργία προόδου προς κάθε κατεύθυνση, ξεκινώντας από την ίδια του την οικογένεια. Λάτρης της Μάνας Ελλάδας, προσπάθησε από τα τρυφερά χρόνια της «αθέλητης εξορίας του» στην κατακτήτρια χώρα -η οποία μεγαλούργησε από τα λάφυρα και τα εργατικά χέρια των χωρών που κατέκτησε- να εντρυφήσει στην αρτιότερη μάθηση της Ελληνικής για να εκφράζει όλα εκείνα τα συναισθήματα που πνίγουν κυριολεκτικά την καρδιά εκείνων που την στερήθηκαν.
Η καρδιά του Βάιου, πάντα ξεχείλιζε από αστείρευτο πάθος. Η παγερή νοοτροπία της μητριάς χώρας, με την πειθαρχία των νόμων της, είχε καταπιέσει την παιδική καρδιά του. Προσπάθησε να νικήσει την απουσία των λιόλουστων ημερών της δικής του πατρίδας γράφοντας με πάθος για ό, τι ελληνικό τριβέλιζε στο νου του: από αγνή, λυρική ή επική ποίηση, με ιστορίες τροποποιημένες από την εκεί ζωή του, μέχρι και άρθρα κοινωνικά χρησιμοποιώντας προτροπή ή και σάτιρα. Γνήσιος έλληνας σε διαφορετικούς ορίζοντες, δεν δίσταζε να θέτει τον εαυτό του απέναντι στον τοίχο και να τον τιμωρεί με μια επίκτητη αυστηρότητα λογικής.
Έτσι, ο Βάιος, από παθιασμένος γραφιάς της χαρακτηριστικής του ποίησης -όπου ο ήχος της χτυπάει πολλάκις ενάντια στην τρυφερότητα των θεμάτων του- μεταμορφώθηκε σε έναν δυναμικό «δραγάτη» -όπως ο ίδιος περιγράφει τον εαυτό του- για να διαφυλάξει την κοινωνία της πραγματικής ρίζας του, πλέον σαν Πολίτης της. Θαυμάστηκε πολλές φορές για την ασταμάτητη δυναμικότητά του. Είμαι σίγουρη ότι πληγώθηκε άλλες τόσες. Ο ήλιος της Πατρίδας έχει όλα τα ευεργετήματα για έναν υγιή νου. Έχει όμως και τις αλλοπρόσαλλες εναλλαγές του. 
Ναι! Φταίει ο Ήλιος. Εκείνο το ανέσπερο Φως.
Εκείνο που στραφταλίζει  στον ελληνικό ουρανό 
κι ανακατεύει εκ βαθέων την υπέροχη ελληνική μας θάλασσα.
Εκείνο που θρέφει το αδύναμο χορταράκι, 
και δυναμώνει την κάθε οροσειρά μας.
Εκείνο που δακρύζει για κάθε χαμένη σπιθαμή χώρου
και τόπου. 
Εκείνο το Φως, που έχει ξεφύγει από τα δικά μας σύνορα κι έχει παλαβώσει τον υπόλοιπο κόσμο, τόσο 
που πολλές φορές να μη το αναγνωρίζουμε ως δικό μας! 
Το Φως εκείνο, που έκανε αναπνοή του ο Βάιος.
Εκείνο το Φως, που λαχταρούμε όλοι εμείς 
που ζούμε στην σκιά του.

Βάιε, από την «μακρόνησο» της Νέας Υόρκης, το Λονγκ Άιλαντ, αφήνω την εκτίμησή μου μαζί και την αγάπη μου για όλα, όσα δημιούργησες, μαζί με την συνέχιση του πάθους σου στην δυναμική οικογένειά σας. 
Δική σας, Υιώτα Στρατή, και φυσικά ένας ακόμη που σε εκτιμάει, ο Δημήτρης Στρατής.

(Καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας. Έχει 13 βιβλία δημοσιευμένα και 30 θεατρικά, με συνεχή δραστηριότητα στην Ομογένεια της Νέας Υόρκης. Μέλος αξιόλογων Λογοτεχνικών Εταιριών, έχει διακριθεί και βραβευθεί από επίσημους φορείς, σε όλα τα είδη του Λόγου σε Ελλάδα και Νέα Υόρκη, ως και φωτογραφίας. Ζει στην ΝΥ από το 1970).

***