Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σελίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σελίδα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Μαρτίου 2019

ΟΔΕΓ - Οργανισμός Διάδοσης Ελληνικής Γλώσσας - Σελίδα

Κρατείστε αυτή την σελίδα!
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα, για εμάς, τους Έλληνες!

http://www.odeg.gr/  ΕΔΩ

***

Ὁ Ὀργανισμός  γιά τήν Διάδοση τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας ἀπὸ τὸ 1985 ἕως σήμερα συνεχίζει τὴν προσπάθειά του γιὰ τὴν προώθηση τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Πολιτισμοῦ σὲ ὅλο τὸν κόσμο μὲ πολλοὺς τρόπους, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται σὲ αὐτὸ τόν ἠλεκτρονικὸ χῶρο.

Σᾶς καλωσορίζουμε στὴν ἀνανεωμένη ἠλεκτρονική μας ἱστοσελίδα, στὴν ὁποία μπορεῖτε νὰ βρεῖτε πλούσιο ὑλικὸ γιὰ τὴν δράση καὶ τὶς ἐκδηλώσεις τοῦ ΟΔΕΓ, γιὰ τὰ προγράμματα διδασκαλίας τῆς Ἑλληνικῆς Γλώσσας σὲ ὅλο τὸν κόσμο καθὼς καὶ τὸ περιοδικό μας ποὺ ἐκδίδεται ἀδιαλείπτως ἀπὸ τὸ 1990.

Ἡ παροῦσα ἱστοσελίδα ἀπευθύνεται σὲ ὅσους ἀγαποῦν τὴν Ἑλληνικὴ Γλῶσσα καὶ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν διάδοσή της καὶ ἔχει σκοπὸ νὰ διευκολύνει τὴν ἐπικοινωνία, τὴν ἀνταλλαγὴ ἀπόψεων καὶ τὴν δημιουργία γόνιμου καὶ ἐποικοδομητικοῦ διαλόγου.

Ἐλπίζουμε, λοιπὸν, ὅτι θὰ θελήσετε νὰ χρησιμοποιήσετε αὐτὲς τὶς δυνατότητες γιὰ νὰ σχολιάσετε καὶ νὰ κρίνετε τὶς δράσεις μας ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκφράσετε τὶς δικές σας ἰδέες σχετικὰ μὲ τὴν ἐπίτευξη τῶν στόχων μας.

Θεωροῦμε ὅτι ἡ ἐπίσκεψή σας μᾶς ἐπωμίζει μὲ εὐθύνη γιὰ πληρέστερη ἐνημέρωση μέσα ἀπὸ μία διαδικασία συνεχοῦς ἐμπλουτισμοῦ τοῦ περιεχομένου τῆς ἱστοσελίδας μας.

Σελίδα: ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΜΟΡΦΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ - Πολιτιστικοί Σύλλογοι

***

SYLLOGOI.COM
Ο Πολιτιστικός και Μορφωτικός Σύλλογος Μεταμόρφωσης ιδρύθηκε το 1983. Σκοποί του Συλλόγου είναι η ανάπτυξη του πολιτιστικού επιπέδου, η τόνωση των γνήσιων λαϊκών πα....


***

Ο Πολιτιστικός και Μορφωτικός Σύλλογος Μεταμόρφωσης ιδρύθηκε το 1983. Σκοποί του Συλλόγου είναι η ανάπτυξη του πολιτιστικού επιπέδου, η τόνωση των γνήσιων λαϊκών παραδόσεων και η συνεργασία με άλλους  Συλλόγους.  Ο Σύλλογος έκανε  δραστηριότητες και μεγάλη άνθηση είχε στο τέλος της δεκαετίας του ΄80 μέχρι την πλημμύρα . Για κάποιο διάστημα έμεινε αδρανής και τα τελευταία χρόνια ξαναμπαίνει με γρήγορους ρυθμούς σε πολλές και ποικίλες δραστηριότητες. Δημιουργήθηκε η Λαογραφική Συλλογή,  γίνεται αναβίωση στο παραδοσιακό σεργιάνι, πραγματοποιούνται πολλά δρώμενα και έχει χορευτικό τμήμα γυναικών. Στις εκδηλώσεις του αναδεικνύει τα ήθη- έθιμα και παραδόσεις με στόχο να προβάλει την πλούσια παραδοσιακή Καραγκούνικη κληρονομιά που μας άφησαν οι γενιές που πέρασαν.
Δραστηριότητες & Εκδηλώσεις:
-Αναβίωση το παραδοσιακό σεργιάνι.
-Λειτουργία Λαογραφικής συλλογής .
-Αναπαραστάσεις εθίμων του χωριού μας στις εκδηλώσεις μας.
-Παρουσία του χορευτικού μας σε πολιτιστικές εκδηλώσεις.
-Διοργάνωση γουρνοχαράς, ρουγκατσάρια, Λαζαρίνες.
-Έχει ξεκινήσει η χορωδία παραδοσιακών τραγουδιών από γυναίκες του συλλόγου.
κ.λ.π. ΠΟΛΛΑ στην ΠΗΓΗ
***

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2019

ΣΤΟ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΥ του Βάϊου Φασούλα

***

Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η. (Ένωση Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων των Πέντε Ηπείρων)

Δημόσια ομάδα

***
Ο χρήστης Vaios Fasoulas κοινοποίησε ένα σύνδεσμο.


TRIKALAOLA.GR
Για το καλό του μήνα Μάρτη του 2019 ας αλλάξουμε λίγο τον καθημερινό προεκλογικό σκούρο μοτίβο με όλα τα συμπαρομαρτούντα που άφησε η συμφωνία των Πρεσπών και με ένα ....


***
***


Στο βιος του Μήτρου


Για το καλό του μήνα Μάρτη του 2019 ας αλλάξουμε λίγο τον καθημερινό προεκλογικό σκούρο μοτίβο με όλα τα συμπαρομαρτούντα που άφησε η συμφωνία των Πρεσπών και με ένα ελαφρύ γύρισμα της ματιάς μας, ας συνδεθούμε με τον ορεινό χιλιόμορφο όγκο της Πίνδου και να ανταμώνουμε με τα χωριά μας, τα ζωντανά και τις ιστορίες τους. Για τις φίλες και τους φίλους, γηγενείς και απόδημους, για τους θαυμαστές και νοσταλγούς του βουνού και της στάνης, πριν «μελανιάσουμε» από τον «πολιτικό», μόνιμο χειμώνα ας αρχίσουμε με ένα διαφορετικό άνοιγμα στην καρδιά της άνοιξης, εκεί που ζει το βουνό και ο κάμπος, τα μαντριά και τα πρόβατα κι επικρατεί ο βουκολικός λόγος, όπως στο μαντρί του Μήτρου. Για το καλό της άνοιξης, λοιπόν και για όλων τη χαλάρωση, μια βουκολική εύθυμη ιστορία από τις ασυνήθιστες. Για εσάς. Καλό Μήνα.

 ΣΤΟ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΥ


Στης Αργιθέας τα βουνά σε κάποιο χωριουδάκι,
ο Μήτρος ζει στη στάνη του, καθάριος σα νεράκι
Πράτα, καμιά ογδονταριά και τόσα τα κατσίκια
κριάρια έχει κι απ’ αυτά και κάνα δυο καμτσίκια

Κάποιοι τον λένε παλαβό, άλλοι τον λένε βλάχο
κι άλλοι τον λέγαν δυνατό ίσαμε ένα βράχο
Άλλοι τον λένε, τσέλιγκα και χρυσονοικοκύρη
μα ξέρει μόν’ απ’ άρμεγμα και από γαλοτύρι

Όσοι τον ξέρουν απορούν για τα υπάρχοντά του
και κάνα δυο κρυφοκοιτούν τα μύρια αγαθά του
Τραγούδια ξέρει μπόλικα και παίζει στη φλογέρα
και με τα ζώα του μαζί χορεύουν κάθε μέρα

Να τραγουδά για τα βουνά, για στάνες, για βρυσούλες
κι όταν ο άνεμος φυσά τα σέρνει στις ραχούλες
Τριγύρω του πολλές φορές, στα κοντινά λιβάδια
ζώα συντάσσονται κοντά, ακόμα και τα βράδια

Στις Δύσεις, στις Ανατολές, λιοπύρια και χειμώνες
στις Άνοιξες, στις χαραυγές και μες στις ανεμώνες
Της φύσης κάλλη χαίρετε και πάντα τα θαυμάζει
κομμάτι της νιώθει κι αυτός κι από χαρά στενάζει

Και το Θεό ευχαριστεί, που δίνει γεια στο βιό του
και έχει πάντοτε σοδιά, σ’ όλο το αρχοντικό του
Μα κάμποσοι συχωριανοί δείχνουν πως τον ζηλεύουν
και τ’ αρχοντλίκη του αυτό συχνά κουτσομπολεύουν

Προξενιές
Κάποιοι του φέρνουν προξενιές με νύφες νιες κι αφράτες,
μα ο Μήτρος κάνει ζαβολιές, παίζει με τις παράτες
Η μια του φαίνεται κοντή, άλλη πως έχει γένια,
μια άλλη με μακριά μαλλιά είχε το νου στα χτένια

Η άλλη πως καμπούριασε κι ασπρίσαν τα μαλλιά της
γέρασε και σταφίδιασε από την μοναξιά της
Μια άλλη που εγύρεψε, τ’ απάντησε με ινάτι:
«μυζήθρα», του ’πε, μύριζε, με γυρισμένη πλάτη

Ο Μήτρος στέλνει προξεντή στην παχουλή Ασήμω
μα κείνη το αρνήθηκε και άδραξε το Δήμο
Να τον δαγκώσει ήθελε, που τόλμησε να πάει,
κι απ’ την Ασήμω κόντεψε ξύλο πολύ να φάει
Κακά χαμπέρια του ’στειλε και χίλιες δυο κατάρες
«τα τρυφερούδια», του ’λεγε, «θέλουν λεβέντες άντρες»
Κι ο Μήτρος της απάντησε, πολύ πεισματωμένος,
πως ο καιρός της, φαίνεται, χάθηκ’ ο καημένος:

«Μωρέ, μωρέ κι απείσμωσες, αλουγοματιασμένη
και δεν τηράς, που λίγδωσες, μασταροτραβηγμένη
Τα ξίγκια σου δεν τα θωράς, πάνω τους βόσκουν μύγες
μα να, διαλέεις κι αζητάς και τσι λεφτάδες πήγες»

Μια άλλη του εμήνυσε τα πρόβατα ν’ αφήσει,
κι ο Μήτρος πείσμωσε με μιας και έχει κοκκινίσει:
«Τη λευτεριά σου να χαρείς κι εγώ τα πρόβατά μου
μα αν θέλεις να με παντρευτείς, κόπιασ’ εδώ κοντά μου»

Κι ο Μήτρος εφουρκίστηκε και φύσαγε σαν μπλάρι
ίσα που δεν ορκίστηκε στ’ αγνό του μαξιλάρι:
«Βαρύ πράμα η ζευγαριά, σε τούτα δω τα μέρη
πού να βρεις τσούπρα άγγιχτη για να την κάνεις ταίρι!

Αυτή με βάνει μαχαιριά, βαθιά στα σωθικά μου
χούι, χούι κι ανάθεμα, πού να ’ταν και κυρά μου
Απ, θα μου πει, η αχάριστη, τα γίδια μου ν’ αφήσω,
αλαφροκοκορόμυαλη, δεν θα σε προσκυνήσω»

Μα πιο πολύ τον πείραξε μία καμπίσια Λένη ,
ανάθεμά της, άστραφτε, σαν κρυσταλλοβγαλμένη
Αυτή ο Μήτρος, θάρρεψε, πως ήτανε για στάνη
κι ας έπεφτε κι ας καίγονταν κάτω απ’ το φουστάνι

Άναψε και κοκκίνισε, ο Μήτρος για τη Λένη
κι αλλήθωρα την κοίταγε, σα να ’ταν ερωμένη
Μα εκείνοι του εστείλανε χαμπέρι θυμωμένο,
κωφάλαλο τον βγάλανε και λίγο γερασμένο:

«Ανάθεμα τα σόγια σας, να μην αβασκαθείτε,
δεν κάντε σεις για τα βουνά και προκοπή μη δείτε
Άι στα τσακίδια, κουρνιαχτοί, καμπολασποχωριάτες,
την τσούπρα σας στα ράφια σας κρατάτε με παράτες»

Μια άλλη που εχάλεψε, ξανθιά γαλανομάτα,
σαν άνοιξη τη θάρρεψε, με λούλουδα κρινάτα
Κι εκείνη σαν τον κοίταξε ένιωσε ανατριχίλα
γιατί ο Μήτρος μύριζε σκορδίλα και τραγίλα

Μέχρι που κάποιος τόλμησε τον τράγο να ζητήσει,
αν ήθελε τη Βαγγελιώ γρήγορα ν’ αποχτήσει
Κι ο Μήτρος κει τον άδραξε να τον ξυλοφορτώσει,
«ακούς εκεί», σαν άκουσε, τον τράγο του να  δώσει:

«Να βράσω ούλο το σόι σου, γδάρτη και λωποδύτη
που έβαλες στον τράγο μου τη βρώμική σου μύτη
Φέγα και κόσιεψε να πεις τσι Βαγγελιώς χαμπάρια,
η Μήτρος είναι μπεσαλής και δεν χαρίζει κριάρια»

Μόνο που δεν τον σκότωσε, στη στάνη να τον θάψει
τα μάτια του θολώσανε κι έκανε να τον χάψει
Και βάζ’ εκείνος τις φωνές, σαν να ’χε το μαχαίρι
κι ακούγονταν ως στις πλαγιές κι έτρεχε σαν τ’ αγέρι:

«Ζουρλάθ’κε  η Μήτρος στα βουνά, κουσιέψτε χωριανοί!
Φλάξτε γυναίκες και παιδιά, μη δίντε ούτε σκλί
Αυτός δεν είναι μαναχά, αρκουδογελαδάρης,
είν’ και τρελός, μυγιάγγιχτος, γρουσούζης και ψωριάρης»

Γέλαγ’ ο Μήτρος ως τ’ αφτιά στου προξεντού τα πάθη:
«Σου μπήκε ωρέ, κλεφταρά, η τράγος μου αγκάθι»
Κι έτσι το αποφάσισε λίγο να ησυχάσει
τον προξεντή ξαπόστειλε στην κόλαση να βράσει

Πάντα με τους προξενητές, έστελνε τα χαμπέρια,
ματιές πετούσε μακρινές και του ’τρεμαν τα χέρια:
«Αμ δε σ’ λέου, ρε Μήτρακλα, απ’ μου ζητάς παντρειά,
αν χωριστείς τη στάνη σου, ποιος θα νογάει τ’ αρνιά!

Βρε, ούστ! Κι αλάργα από δω, ούλες οι συρλοϊές σας,
που θα με βγάλτε και χαζό, ανάθεμα τσι γ’νιές σας!
Κάτσετε στα καλύβια σας με τα γαλιά αντάμα
και πλέξτε στα τσαντίρια σας καλάθια μες στο κάμα!»

Στα πρόβατα μία ζωή με τράγους και με γίδες
στα μάτια του δεν είχε δει μήτε εφημερίδες
Κι η φύση τον εμάγεψε και είναι σκλαβωμένος,
συχνά το νου του έχανε, στη Δέσπω, ο καημένος

Κοντά κι αυτός να λιμπιστεί, λίγο να της μιλήσει,
απ’ το χεράκι να πιαστεί τα χείλη να φιλήσει
Πολλά τραγούδια να της πει, γλυκά απ’ την καρδιά του
μαζί της ν’ αγαπηθεί, μες στη ζεστή αγκαλιά του

Κρυφά στη Δέσπω έχει δοθεί κι έχει στην ψυχή του
του φαίνεται και καρπερή, τη θέλει για καλή του
Και του χειμώνα η σοδιά πλημμύρισε τη στάνη,
τούτα τα νεογέννητα δε θέλει να μαράνει

Μαλλιά, ξινόγαλα, τυριά του φέρνουνε παράδες
κι από φαί, δεν υστερεί, τρώει σαν τους πασάδες
Παλούκια μπήγει συνεχώς, τους φράχτες μεγαλώνει
και τις τσαντίλες με χορό στον ήλιο της απλώνει
Σε άλλους φράχτες γύρα του γκιούμια έχει στοιβάξει,
κι αν έρθει η καλοκαιριά τεμπέλικα θ’ αράξει:
«Πολύ δουλειά, πιλάλημα, πα στων βουνών τσι ράχες
Ανάθεμα κι απόστασα και θα με φαν οι στράτες»

Ο γάιδαρος του Μήτρου

Μονολογά πολλές φορές και του ’ρχονται λαχτάρες
και στο μυαλό του κολλητές, οι γίδες οι γαλάρες
Ένα γαϊδούρι δυνατό για χαμαλοδουλειές,
έρημο κι υπομονετικό δεμένο με τριχιές

Κάποιες φορές τον ξέχασε, δεμένο, διψασμένο
και μια φορά εκόντεξε, να τον έβρει σκασμένο
Ο γαϊδαράκος πλάνταξε, μέσα στις καλαμιές
έτσι κι αυτός δεν άντεξε κι έσπασε τις τριχιές

Στου γείτονα τον Κωσταντή, πο’ χει κι αυτός μια στάνη,
κι έχει τη Δέσπω αδελφή κι όποιος τηρά τα χάνει

Κάπου στο δειλινό κοντά, να κι ο γάιδαρός του

στου Κωσταντή στάνη πηδά να σβήσ’ ο καημός του

Του βγήκε ξύδι, του φτωχού, κείνη η κουταμάρα
κι η οργή του αφεντικού, γίνεται μια τρομάρα
Τις άρπαξε, ο δύστυχος για το μασκαραλίκι,
τον μαύρισε, ο άχαρος, ο Μήτρος με καμτσίκι

Γι’ αυτό τον έχει σήμερα δεμένο στις ποδάρες
και για παντροδοσίματα, άλλος έχει τις χάρες:
«Ακούς εκεί, ξετσιπωσιά, στου Κωσταντή γαϊδάρα
και γκάριζε, ο κιαρατάς, που να του ’ρθει τρομάρα»

Ανάθεμα στο σόι σου, γόμαρ’ αμολυσμένο
βρήκες, ωρέ, το μπόι σου να δείξεις, το βλαμμένο
Θα μας περάσ’ ο άνθρωπος, βαρβάτους, λυσσασμένους,
για νηστικούς, ο δύστυχος κι ούλους μας ουργασμένους»

Το μουλάρι του Μήτρου

Ένα μουλάρ’ αρχοντικό το έχει για καμάρι
πιστά το Μήτρο σεργιανά στην πλάτη καβαλάρη
Τη λυγερή ψάχνουν μαζί στο άλλο χωριουδάκι
και το μουλάρι έχει στο νου κανένα φοραδάκι

Βαρβάτο και περήφανο με τρίχα σηκωμένη,
και γίνεται καμιά φορά, λαχτάρα παθιασμένη
Του Μήτρου αγριέματα, μήτε που τα ακούει
αυτό παίρνει τη στράτα του κι ο Μήτρος λέει «χούι!»

Στο κάρο του το δίτροχο τραγουδιστά τον ζεύει
και πάνω στον καρόδρομο, η σκέψη ζωντανεύει
στο νου του φτάν’ η Δέσποινα και του χαμογελάει:
«ούι, ούι, τύχη, βρε μούλαρε, στον κύρη τριγυρνάει»

Όχου κι αυτόν, το μούλαρο, πολλά του ’χε μαζέψει:
«Διαόλ’  ράτσα, ο άτιμος, πολύ έχ’ αλητέψει»
Κάποια φορά που πήγαιναν σε κάποιο πανηγύρι
κει που ο Μήτρος σκέφτονταν απάνω της να γείρει

Στην όμορφη τη λυγερή, π’ άναβε η καρδιά του
ανάθεμα, και να της πει, κάποτε το σεβντά του:
«Πέρδικα, ρούσα μου γλυκιά, στολίδι της λαμπράδας
στη στάνη θα φεγγοβολάς σαν άστρο ομορφάδας»

Μα να, καθώς την έβλεπε, τα ’χανε ντροπιασμένος,
και με το νου του βρίσκονταν στη στάνη τρομαγμένος
Έτσι και τούτη τη φορά χάνει το λογισμό του,
μ’ αυτό το παλιομούλαρο βρήκε το μπλέξιμό του

Και το μουλάρι σκέφτεται τα ίδια με τον κύρη
να κουβαλά βαρέθηκε, τούτον το κακομοίρη
Τα βήματά του μπέρδεψε, το μάτι του θολώνει
στη ράχη του να κουβαλά και να τον μαστιγώνει

Ψηλά τ’ αφτιά του σκώθηκαν, τα χείλη του κουνάει
τα νεύρα του τεντώθηκαν κι αρχίζει, χλιμιντράει
Κοιτάζει στα καπούλια του το Μήτρο τρομαγμένο
φοράδα τα ρουθούνια του μυρίζουν, τον καημένο,

Τρανήτερ’ απ’ του γαϊδουριού είναι η γαϊδουριά του
τα φρου- φρου -φρου του άρχισε και σκύβει στ’ αχαμνά του
Στα πισινά τα πόδια του, σηκώνεται, φυσάει
και άπληστα τη μυρουδιά ρουφάει και κοιτάει

Τριγύρα του και σκέφτεται την καρπερή φοράδα
σφίγγει τα δόντια κι έρχεται στο στόμα του αφράδα
Κι άφησε τη στράτα του και στα φαράγγια ορμάει
και κουρδισμένος πέταξε το Μήτρο, που βογκάει

Όχου, τι πάλι του ’λαχε, τι του ’μελλε να ζήσει!
Στην αυλακιά τον άδειασε, κι άγρια έχει κλωτσήσει
Σαν άκουσε, ο μούλαρος, να χλιμιντρά φοράδα
αδάμαστος κι ακράτητος, άναψε σαν λαμπάδα

«Τσουκ! τσουκ! Όι, μάνα μου όι, μου κόπκε η χολή μου,
κάτσε καλά βρε, άναμμα και γύρνα στο στρατί μου!»
Πώς πιλαλεί, ο άτιμος, σα να’ ναι στοιχειωμένος!
Λουριά, τριχιές, ο άχαρος, τα ’λυσε, ο παρμένος

Και το σαμάρι πέταξε να’ ναι ελευθερωμένος
και στη φοράδα έτρεξε γοργά κι αλαφιασμένος
Γι’ αυτό πάλι το σκέφτηκε πώς θα τα ζευγαρώσει
κι απ’ τις παράτες που ’δινε για πάντα να γλιτώσει

Τα μεράκια του Μήτρου

Θαμπά στο νου του έρχεται, η Δέσπω π’ αγαπάει
κι από μακριά η φωνούλα της στ’ αφτί του γαργαλάει:
«Μήτρο μ’ θαρρώ τη μοναξιά, άλλο δεν την αντέχω
η υπομονή μου στέρεψε κι άλλη πια δεν έχω»
Κι όλο παράτες έδινε ο Μήτρος κι όλο δίνει
και το χειμώνα σκέφτεται μονάχος του μη μείνει
Κάπου κοντά στον παχνιστή θα πάει να τη γυρέψει
κρυφή αγωνία τον τρυγά, μήπως καλογυρέψει

Κι άλλωστε τα ’πανε οι δυο, ο Μήτρος κι ο αδελφός της
κι η Δέσπω πα στον αργαλειό την έτρωγε ο καημός της
Τον Μήτρο της που λαχταρά προικιά του ’χει στοιβάξει
και μία στρούγκα από παιδιά, του ’ταξε να του φτιάξει

Στη στάνη κι ο τράγος

Κοκόρια έχ’ αμέτρητα, αβγά, κοτοπουλάκια
δέκα μοσχάρια θραψερά, που φέρνουν παραδάκια
Κουνέλια σκάβουνε τη γη, και την κατατρυπούνε
κι όταν ακούσουν σαματά, τρέχουνε να κρυφτούνε

Φύλακες στο κοπάδι του μια σκύλα κι ένας σκύλος
αχώριστος και μπεσαλής, ο πιο καλός του φίλος
Τεμπέλικα και οκνηρά, που ο ύπνος τα μεθάει:
«ανάθεμα, τα σόγια σας, κι ο λύκος θα μας φάει»

Μα να, κι αυτά γκρινιάζουνε και είναι κακιωμένα
σε μόνιμη διάσταση ζούνε και μαλωμένα
Κοντά στα ξημερώματα η σκύλα του γυρίζει
κι ο σκύλος πάντα με καβγά τη στάνη αλωνίζει
Σαν άρχοντας στη στάνη του γυρνάει και το τραγί
με κέρατα και αχαμνά που κρέμονται ως τη γη
Του κοπαδιού το χάρισμα, του Μήτρου το καμάρι,
του τράγου τα καμώματα τα χαίρετε με χάρη

Ο πιο τρανός και αρχηγός και σκιάζοντ’ οι γιδούλες
ανένδοτος, τυραννικός, διαλέγει τις μικρούλες
Χάρη στον τράγο γίνονται οι πιο τρανοί καβγάδες
κι ο σκύλος να τον κυνηγά σε ξένους μαχαλάδες

Έτσι κυλούν τα πρωινά με χλαλοή κι αντάρα
κι οι σαματάδες απ’ τα ζα φτάνουν σε φαγωμάρα
Βαρβάτο κι άγριο το τραγί σηκώνει ταραχή
Μια άσπρη γίδα αναζητά, τη θέλει μοναχή

Όμορφη γίδα, γελαστή, άσπρη, χαριτωμένη
κάμποσες μέρες στο μαντρί όλο μπροστά της μπαίνει
Μία από δω, μια από κει, κόλπα πολλά του κάνει
Κι όλο ξεφύγει απ’ το τραγί και ο θυμός τον πιάνει

Μόνο ως τώρα μια φορά, που ζύγωσε κοντά της
ίσα που έσκυψε να δει την κάτασπρη κοιλιά της
Τώρα το αποφάσισε κι ανέβηκε στην πλάτη
κι η μάνα γίδα αγρίεψε και τον χτυπά με άχτι

Προτού ο τράγος ανεβεί τον έβλεπε ο Μήτρος
κι απάνω από να σκαμνί του φώναξε με σφρίγος:
«Μπήδα κακό ψόφο να έχ’ ς, χέστη και φοβητσιάρη
ρεζίλη μ’ έκανες μαθές, ψεύτη και κατεργάρη

Τσουκ! τσουκ! κι ούιιι! Αμπήδα, ρε και θα σι μολοχίσω
κρίμα σου, ρε παλιότραε και θες ν’ αγαναχτήσω
Τσουκ! τσουκ! ανέβα ρε, κι έτριβε τις μουστάκες,
κατσικοβότανο θες ρε, να σου ’ρθουν οι ατάκες;»
Και η μορφή της Δέσποινας έφτασε εκεί κοντά του
το Μήτρο κρυφοκοίταγε πώς θόλων’ η ματιά του
Και να, ο μούργος ο «Ψαρός» που ’ψαχνε για καβγάδες
πετάχτηκε κι ολοταχώς στον τράγο κάνει σάλτες

Καβγάς στη στάνη

Όχου, κυνηγητό τρανό, τι άγριο πρωινό!
Ετούτος ο παλιόσκυλος, θεριό είναι φοβερό
Φούντωσ’ η στάνη κουρνιαχτό σα να ’ταν λατομείο
κι όλα τα ζώα σκιάχτηκαν λες κι ήταν σε σφαγείο:

«Χμμμ! Θ’ αρχίσω και τα γέλια» μουρμούρισε ο τράγος
καθώς κάτω απ’ τα σκέλια τον άγγιξε σαν μάγος:
«Μωρέ, μωρέ κι ανάθεμα, θαρρώ πικρά θα βήξεις
χο, χο! και πόσο θα ’θελα, να το δεις και να φρύξεις

Τη μούρη σου, βρωμόσκυλε και ζαροφοβιτσιάρη
πα στ’ αχαμνά, κοπρόσκυλε την έβαλες, χεζιάρη,
Χο! χο! Κι είχα ο άμοιρος μίνια κακιά ημέρα
μα τώρα νιώθω ξάλαφρος, σκύλε, κακή σου μέρα!»

Σε μια στιγμή που στάθηκε, στο μέτωπο τηράει,
τη στάνη αφουγκράστηκε, στο φράχτη πα πηδάει:
«Ζηλιάρη, κουτοπόνηρε και ερωτοκαμμένε,
κράχτη και αχαΐρευτε και κακοχρονεμένε

Άλλο από γαυγίσματα δεν ξέρεις, καημένε
παράτα με, μουργόπλασμα, γεροξεκουτιασμένε
Που δεν κοιτάς τη σκύλα σου, που όλο σ’ αποφεύγει
εσύ μέσα στη νύστα σου κι αυτή με σκύλους τρέχει

«Γαβ γαβ, γαβ γουβ! Ρε κέρατο και ονειροπαρμένε
πήδημα, παλιοτόμαρο μόν’ σκέφτεσαι, στριμμένε
Τα νιάτα σου, απέρασαν και φτάνεις στο μαχαίρι
μούχλιασες και σακούλιασες κι έσβησες σαν αστέρι

«Μπεεε! Μπεεε! και μη μου ματαπείς τέτοια, συχωρεμένε
τη στάνη μου δε την θωρείς πως αβγατάει, παρμένε!
Κι αν στο μπόι μ’ απερνάς, δε σκιάζομαι, καημένε,
παράτα με και να κοιτάς, τη σκύλα πουλημένε»

«Έλα δω κάτου αν κοτάς, τα κότσια μας να δούμε,
με δόντια και με κέρατα οι δυο μας ν’ αρπαχτούμε
Θα σε δαγκώσω, ρε τραϊ και θα σε φαρμακώσω,
στα κέρατά σου τ’ αχαμνά για στέγνωμα θ’ απλώσω

«Έλα δω πάνου αν μποράς τα κότσια μας να δούμε
έλα χεσμένε, κόπιασε οι δυο μας να τα πούμε»
«Αχά και μη το ματαπείς, κι ακούσουν τα παιδιά μου
σ’ ούλες τις στάνες, δε θωρείς, σκυλιά έχουν δικά μου»

«Χα, χα», του λέει ειρωνικά πετώντας το φαρμάκι
θυμίζοντας σκυλοκαβγά που έχει στο κονάκι:
«Τήρα εσύ τη σκύλα σου, κερατοφορτωμένε
σε βλέπω στα κουτάβια σου, να ’σαι νουνός, καημένε!»

Κάτω απ’ τον ίσκιο τον παχύ στον πλάτανο δεμένος
ο γάιδαρος που ’ταν εκεί, τους λέει οργασμένος:
«Χε χε! Κι είσαι ανήμπορος, βρωμότραε, βλαμμένε
ανίκανο σε κράζουνε, τα γίδια σου, καημένε

Ρεζίλη, ρε, σε κάνανε δειλέ, ταπεινωμένε
και ν’ απορούμε φτάσαμε για σένα, γερασμένε
Για τήρα, ρε, εμένανε, σταγόνα να μου μοιάσεις
τύχει και δε με δένανε, πού να ’ρθεις να με πιάσεις!

Όχου! κι αν ήμουνα εγώ, τώρα θα’ χα ξεμπλέξει
όχου!, λέει, και πώς πονώ, για με πότε θα φέξη»
Κι ο σκύλος που εγαύγιζε και τον επροκαλούσε
πιότερο τώρα αγρίεψε με λύσσα του μιλούσε:

«Μία φορά να ματαδώ τα γίδια να πειράξεις
θα σε δαγκώσω στ’ αχαμνά κι έλα να με τρομάξεις»
«Χε, χε!» κάνει σαρκαστικά ο τράγος απ’ το φράχτη
και τον αέρα μύρισε και ξύνονταν στην πλάτη:

«Τα όργανά μου, σκύλαρε, μήτε να τ’ αντικρίσεις
κι αν δεν τρομάξεις, φουκαρά, μπορεί να ξεψυχήσεις!
Χμ! σα να είδα αλεπές να μπαίνουν στο κοτέτσι
τεμπέλη κι ο αφέντης μας κι εσένα θα σε δέσει»

Κι όπως ο τράγος μίλαγε με σκέψη και σοφία,
με δυο άλματα έφυγε ο σκύλος με μανία
Κι ο γάιδαρος εγκάρισε σα να παραπονιόταν
μια γαϊδάρα θα’ θελε κοντά του να βρισκόταν

Στη βοσκή

Και το κοπάδι κίνησε για τη βοσκή με χάρη
κι ο «ψαρός» εγαύγιζε κι όλα τα ρεγουλάρει
Πα στις πλαγιές ανέβηκαν χορτάρι για να βρούνε
και πέρα κει απλώθηκαν κι όλα τους βοσκούνε

Το πάθημα δεν μπόρεσε, ο τράγος να ξεχάσει,
ρεζίλεμα, δεν τ’ άντεχε, πώς να το ξεπεράσει;
Ακούς εκεί δεν ντρέπονται, ο γόμαρος κι ο σκύλος
που έφτασαν και συμμαχούν, να χάν’ ο τράγος κύρος;

Γι’ αυτό και τ’ αποφάσισε στη γίδα πα ν’ ανέβει

και να τους δείξει όλους τους, ο τράγος αν θεριεύει
Έτσι και πάλι άρχισε, τ’ αργά βελάσματά του
και τα ρουθούνια να κουνά, τα κέρατα, τ’ αφτιά του

Μία γιδούλα έβαλε στο μάτι από μέρες
μα κείνη δε τον κοίταγε και ένιωθε φοβέρες
Κι εκεί που ήταν ήρεμα μέσα σε αρμονία
ο τράγος επλησίασε τη γίδα μ’ αγωνία

Κι οι γίδες αμερόληπτα π’ άρχισαν τη βοσκή τους
μάσαγαν πουρναρόθαμνα, που ήταν η ψυχή τους
Τρέχουν οι γίδες ξαφνικά και το τραγί ορμάει,
τη γίδα έχει στη ματιά, που όλο τον τυραννάει

Μα αυτή του λέει, «άσε με» η γίδα η μικρούλα
κι ένα κλαράκι άδραξε κι έκραζε τη μανούλα
Κι αυτός πλησίασε δειλά κι ήταν λαχανιασμένος,
μ’ άγρια του ’ριξε ματιά κι έφυγε, σαν καημένος
Και άρχισε το βέλασμα, λες και την γαργαλούσαν
κι ένα κλαράκι τράβαγε, που άλλες το τσιμπούσαν
Και μια κατσίκα πιο τρανή που ήτανε παρέκει
«φύγε από δω, τη μάλωσε, είναι δικό μας στέκει»

Σα να ’χαν προηγούμενα αυτές οι δυο γίδες:
«Φύγε από δω, βρε νιάνιαρο, εμένα δε με είδες;»
Κι έφτασε η μάνα στο λεπτό, την κόρη να φυλάξει
και το τραγί που ζύγωνε, στους βάτους να πετάξει

Και να, όλο πλησίαζε, ο τράγος οργασμένος,
άγριος, αποφασιστικός και ήταν παθιασμένος
Δύο βελάσματα στριγκά αφήνει και του φεύγουν
τη γη σκαλίζει νευρικά και τ’ αχαμνά του τρέμουν

Λίγες στιγμές περάσανε κοιτάζοντας τριγύρα
και τα ρουθούνια στάζουνε κι όλο φέρνει γύρα
Και να, ορμά και στήνεται στα πισινά του πόδια
πάνω στη γίδα ξάπλωσε και έτριζε τα δόντια

Το ένα πόδι σήκωσε τη γίδα να φρενάρει
κι κείνη όλο γυρόφερνε κι αυτός την εφρακάρει
Κι απάνω στη μισή στροφή που έφερναν με φόρα
τηρά η γίδα τη φυγή κι αυτόν έφτασ’ η ώρα

Τα κέρατά του έτριψε  κάτω απ’ την κοιλιά της
και με τη γλώσσα έγλειφε τη ραχοκοκαλιά της
Κι οι γίδες που αγριέψανε του ρίχνουν κουτουλιά
ανάμεσα στα κέρατα και κάτω απ’ την κοιλιά

Τις κοίταξε κι απόρησε απ’ τα βελάσματά τους
κι ο οργασμός του χάθηκε απ’ τα χτυπήματά τους
Η κερατιά που έφαγε του έφερε λαχτάρα
κι αυτός αντράλα ένιωσε, κι αυτές θα δουν τρομάρα

Αγρίεψε και βόγκηξε κι έσκυψε στην κοιλιά του
ο δόλιος παντού πόναγε, ως και στα κέρατά του
Και στην αρένα πια ορμά, σα να’ ναι ταυρομάχος
πα στις δυο γίδες και χιμά με πείσμα σαν πυγμάχος

Κι από τη φόρα που ’βαλε τις γίδες να χτυπήσει
τα κέρατά του ζύγιζε να τις κατατρυπήσει
Μ’ αυτές με μιας προλάβανε και άλλαξαν τσαπουρνιά,
μέσα στους θάμνους χώνεται, σε αγκάθια σαν καρφιά

Του δύστυχου δεν του ’φτανε, τ’ αγκάθια που ’χαν σκίσει
κι από τους θάμνους σκώθηκε σύννεφο το μελίσσι
Όχου κι άλλη μια συμφορά, που του ’λαχε, τι φρίκη!
Σαν τύμπανο τα όργανα, όχου μασκαραλίκι

*
Στο βόμβισμα των μελισσών, στου τράγου βογκητό,
οι γίδες τρέχουν ξέφρενες και σκώνουν κουρνιαχτό
Λίγο πιο πέρα στην πλαγιά κι ο Μήτρος αφουγκριέται,
βάζει το χέρι αντηλιά, κοιτά και συλλογιέται

Κοντά του είναι συντροφιά κι οι δυο πιστοί του σκύλοι,
με τον τορβά κι όλο κοιτά, για πού τα ζα να στείλει
Πλούσια που είναι η βοσκή τούτο το καλοκαίρι!
Αλλά τα γίδια την ταγή ζητούν στ’ άγρια μέρη

Την ίδια ώρα τ’ αφτιά κουνιόντουσαν των σκυλιών,
συνηθισμέν’ η καταντιά των τράγων και γιδιών
Μα τούτοι, οι κοπρόσκυλοι, πού να έχουν συλλοή;
Οι γλώσσες τους έχουν κρεμαστεί και ακουμπούν στη γη

Και τι δε θα ’διναν τα δυο για μια παχιά σκιούλα!
Κι ας ψάξει το αφεντικό, να βρει αυτός βοσκούλα!
Να ξαπλωθούν τ’ ανάσκελα και να τριφτούν στις πλάτες
και να τηρούν στα διάσελα αλπούδες και δραγάτες

Να ρίξουνε ροχαλητά δίπλα απ’ την πηγούλα
και στα αφτιά κοπαδιαστά, ας σφύζει η μυγούλα
Και να λαλήσει του βοσκού η μαγική φλογέρα
κι αργά τ’ αστέρια τ’ ουρανού να διώξουνε τη μέρα

Τότε κι αυτοί να σηκωθούν να φύγει η τεμπελιά τους
πάντα πιστοί στην ώρα τους, να πάνε στη δουλειά τους
Προτού ο αφέντης ξεχαστεί, παίζοντας στη φλογέρα,
τη Δέσπω του να καρτερεί να ’ρχεται από πέρα

Η πείνα τους είν’ αφόρητη, σκληρή και τους τρυπά,
τ’ άντερα και σφυρίζουνε κι η ζέστη τους χτυπά
Άντε, καιρός για τη δουλειά, την πείνα να ξεχάσουν
πριχού ο κύρης τσατιστεί, ώρα να ξεμουδιάσουν:
«Χούι, χούι, σκυλόμουργοι και αχαϊρευτάδες
κοσιέψτε, βρε μουργόσκυλοι, παλιοτεμπελχανάδες!
Τηράτε βρε, πού πλάλισαν τα πράτα και τα γίδια
Τσουκ, άι, βουρ, βρε ανάθεμα, να πάτε στα τσακίδια»

Επιστροφή στη στάνη

Πέρα μακριά ακούστηκε μακρόσυρτο το κλάμα,
άλλο γομάρι έκλαιγε κι έσκαγε μες στο κάμα
Τ’ αφτιά του τίναζε σιγά, και ήταν μπερδεμένος
σε μια γκορτσιά με μια τριχιά, στα πόδια, ο καημένος

Ο κύρης του τον ξέχασε ώρες τώρα δεμένος,
μέσα στην κάψα πλάνταζε, μόνος και διψασμένος
Γι’ αυτό σαν άκουσε φωνές του κοπαδιού στις ράχες
άνοιξε όλες τις χορδές και έβαλε τις κλάψες

Κι απέρασε απ’ τα πολλά και τούτη δω η μέρα
στο δειλινό τα ζωντανά στάλιασαν κουρασμένα
Ο γάιδαρος ακούστηκε παράπονα να κάνει
κι ο Μήτρος τον λυπήθηκε και την τριχιά του βγάζει

Μόνο ο τράγος μοναχός πόναγε, ο καημένος
κι ο «εχθρός» του, ο «ψαρός» ήτανε μαραμένος
Κοντά του πήγε θαρρετά γλείφει τα κέρατά του
κοντά του γλείφει στην κοιλιά που ήταν τ’ αχαμνά του

Κάπου κοντά στο χάραμα σ’ απόλυτη ηρεμία
του τράγου μαύρα δάκρυα γίνονταν μελωδία
Τους πόνους όλους έδιωχνε και ήταν διπλωμένος
μέσα στις σκέψεις έπλεε, βαριά βαλαντωμένος

Ήρθε η γιδούλα, κόπιασε και έκατσε κοντά του
στα κερατά του έπαιζε και μες στα βλέμματά του!
Κι ο τράγος αργά βέλαξε, τους πόνους του ξεχνάει
και στη γιδούλα άρχισε πάνω της να φυσάει

Β` Ποιητική Συλλογή – Βουκολικά  Β. Φ 16.12.1996
***
ΤΗΝ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ Κ. ΒΑΪΟΥ ΦΑΣΟΥΛΑ ΚΑΙ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ Ε.Ε.Λ.Σ.Π.Η., θα την βρείτε ΕΔΩ

***

Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου 2019

"Κρατήματα" απ' την Σελίδα: ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΚΩΣΤΑ ΚΟΓΙΑ

***
"Κρατήματα" απ' την Σελίδα:

ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΚΩΣΤΑ ΚΟΓΙΑ

Δημόσια ομάδα

***

Όλα σε θυμίζουν - Κώστας Κόγιας




***


***



***




***
Η Λίτσα Ρητά-Κόγια πρόσθεσε 11 φωτογραφίες στο άλμπουμ ΚΟΓΙΑΣ ΚΩΣΤΑΣ.
Η γυναίκα και σύντροφος του Κώστα Κόγια, Λίτσα Κόγια-Ρητά μιλάει στο περιοδικό για όσα έζησε δίπλα του. '' Είναι μια περίληψη από τη ζωή και τους αγώνες του Κώστα ''


***












***

Τι τραγούδι να σου πω - Ενδελέχεια - Κώστας Κόγιας



***
Ο χρήστης Λίτσα Ρητά-Κόγια κοινοποίησε μια φωτογραφία.
Αναμνήσεις.....Κώστας Κόγιας σε εκθέσεις ....


***
Ο χρήστης Λίτσα Ρητά-Κόγια κοινοποίησε μια φωτογραφία.
Η εικόνα ίσως περιέχει: 2 άτομα, κείμενο
Λίτσα Ρητά-Κόγια
Κίνηση Ελπίδας Πολιτών..
23 Οκτωβρίου 2012 ο Κώστας Κόγιας και οι οδοιπόροι της μεγάλης πορείας διαμαρτυρίας με τα πόδια από τον Βόλο στην Αθήνα, φτάνουν στο Σύνταγμα και ξεκινούν για την Βουλή των Ελλήνων να καταθέσουν το Υπόμνημα της κοινωνίας για τα σκληρά μέτρα, όμως τους υποδέχονται τα ΜΑΤ...
***
Ο χρήστης Λίτσα Ρητά-Κόγια κοινοποίησε ένα σύνδεσμο.

BLOGS.SCH.GR
Το φιλμάκι «Ο καπνός και το τσιγάρο – Μία σύντομη ιστορική διαδρομή στην πορεία και στην παραγωγική διαδικασία μιας άλλης εποχής» προέκυψε το…



***
Ο χρήστης Λίτσα Ρητά-Κόγια κοινοποίησε μια δημοσίευση.
Ο επίλογος του βιβλίου του που τελειώνει με την έκκληση ενός νέου προς την πολιτεία ''Λίγο φως-λίγο φως....είναι η ελπίδα'' . Ο Κώστας Κόγιας ερμήνευε αυτές τις λέξεις του νέου προς την πολιτεία ως εξής...Λίγο φως, μια δουλειά, λίγη επιβίωση...μην με ξεχνάς...αν με βρεις και ζω και υπάρχω και δεν με έχεις εξοντώσει....σε περιμένω...
Λίτσα Ρητά-Κόγια προς ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΑΓΩΝΙΣΤΗ ΚΩΣΤΑ ΚΟΓΙΑ
Ο ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΣ ΓΙΓΑΝΤΑΣ
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΓΙΑΣ
Ένα βιβλίο που έγραψε ο Κώστας Κόγιας περιγράφοντας την ζωή του στα καράβια που δούλεψε σε μικρή ηλικία να φέρει χρήματα να βοηθήσει την οικογένεια του....το έγραψε 1992-1993 και εκδόθηκε το 1995 ...... πουλήθηκε και πουλιέται από το περίπτερο του, πολλά βιβλία τα χάριζε σε φίλους....όταν ερχόταν πελάτης το περιεργαζόταν και το αγόραζε τα μάτια του Κώστα βούρκωναν από συγκίνηση και ικανοποίηση...... το πουλούσαμε σε τιμή προσιτή μόλις 4 ευρώ για να μπορούν να το αγοράζουν, την ίδια τιμή κρατούσαμε και κρατώ μέχρι τώρα....την ίδια συγκίνηση και χαρά νοιώθω και εγώ όταν το ζητάνε...πριν λίγη ώρα ένα νέο ζευγάρι το είδε και το αγόρασε με χαρά λέγοντας μου ότι το έψαχναν σε πολλά βιβλιοπωλεία......νοιώθω βαθιά συγκινημένη.........
Ο επίλογος του βιβλίου του που τελειώνει με την έκκληση ενός νέου προς την πολιτεία ''Λίγο φως-λίγο φως....είναι η ελπίδα'' . Ο Κώστας Κόγιας ερμήνευε αυτές τις λέξεις του νέου προς την πολιτεία ως εξής...Λίγο φως, μια δουλειά, λίγη επιβίωση...μην με ξεχνάς...αν με βρεις και ζω και υπάρχω και δεν με έχεις εξοντώσει....σε περιμένω...

***
Ο χρήστης Λίτσα Ρητά-Κόγια κοινοποίησε ένα σύνδεσμο.
Αφιέρωμα στον Κώστα Κόγια...

Πληροφορίες για αυτόν τον ιστότοπο

PSAXENTE.BLOGSPOT.COM
Παράθυρο στη Θεσσαλία 19/10/2015 Μέρος Δ Η Λίτσα Ρητά - Κόγια μεταλαμπαδεύει το πάθος που κληρονόμησε απ' τον αείμνηστο σύζυγ...
***
***

***
Ο χρήστης Λίτσα Ρητά-Κόγια κοινοποίησε μια δημοσίευση.
Για τα τρία χρόνια..
27 Απρίλη 2018 συμπλήρωσε 5 χρόνια από την ημέρα της φυγής του ο Κώστας....


-5:22


609 προβολές
Λίτσα Ρητά-Κόγια
12-5-2016 στην εκπομπή του Δημήτρη Μαρέδη στο ASTRA

***
Η ζωή του Κώστα Κόγια είναι μια ολόκληρη ιστορία αγώνων...τους αγώνες του δεν τους ξεχνάμε αλλά πρέπει να παίρνουμε μαθήματα.....σας παραθέτω ένα κομμάτι από κείμενο του Κώστα Κόγια....
.....''Αγαπητοί, πρέπει να σας ενημερώσω ότι προέρχομαι από προσφυγική οικογένεια που στα δύσκολα χρόνια κατάφερε να επιβιώσει έχοντας ακέραια την αξιοπρέπεια της. Σπούδασα μέσω Ιδρύματος της Παιδόπολης στο Ληξούρι Κεφαλληνίας και το πρώτο πράγμα που έμαθα ήταν το ήθος, το ύφος, η αξιοπρέπεια και η συλλογικότητα. 
 Πρέπει να γνωρίζουμε ότι οι αξίες αυτές δεν πουλιούνται, ούτε αγοράζονται αλλά ούτε και ενοικιάζονται σε κανένα. Από το 1969 μέχρι σήμερα αγωνίζομαι στο μετερίζι των αγώνων των ανθρώπων του μόχθου και της εργασίας.Ποτέ μα ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να υπάρξει η εκμετάλλευση από άνθρωπο σε άνθρωπο. Συνέβαλα χωρίς κανένα οικονομικό όφελος στη στήριξη όλων των συναδέλφων αλλά και συνανθρώπων μου.Αγαπητοί ο καθένας από εμάς προσπαθεί φεύγοντας από αυτή τη ζωή να αφήσει το δικό του στίγμα. Ο σεβασμός είναι ένα προτέρημα που δεν το αναζητάς αλλά το αποκτάς με την πάροδο του χρόνου. Την συνδικαλιστική μου δράση την γράφω καθημερινά και στο τέλος της αποχώρησης μου θα γίνει συνολική αποτίμηση της προσφοράς μου. Η πορεία του κάθε Συναδέλφου σκιαγραφείται καθημερινά από την τοπική κοινωνία. Αυτή και μόνο έχει το δικαίωμα να μου προσάψει τις όποιες κατηγορίες μου ανήκουν.'' ....
***
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ....
Η εικόνα ίσως περιέχει: 3 άτομα, άτομα στη σκηνή

***
 Κόγιας αγωνίστηκε έχοντας απέναντι του την Κυβέρνηση και τα μεγάλα συμφέροντα..σε εκείνη την συνάντηση στο Υπουργείο Οικονομικών ήταν και οι Καπνοβιομηχανίες ..ο Κόγιας ήταν αυτός που τα είπε έξω από τα δόντια και ήρθε σε μεγάλη κόντρα μαζί τους..μετά την συνάντηση στο διάδρομο συνεχίστηκε η διαμάχη...και από τότε δέχτηκε ένα μεγάλο πόλεμο από πολλούς...έζησα από κοντά όλο αυτό τον πόλεμο που τόσο πίκρανε και πόνεσε τον άντρα μου Κώστα Κόγια..
Η εικόνα ίσως περιέχει: 1 άτομο

***
Η Λίτσα Ρητά-Κόγια κοινοποίησε μια παλιότερη δημοσίευση.
ατί".
Ρωτάω την γυναίκα του, αν βρήκε κάποιο γράμμα, κάποιο σημείωμα, τίποτα, δεν άφησε τίποτα!
Και να άφηνε, θα μου πεις, το αποτέλεσμα το ίδιο θα ήταν.
Απλά, θα έλυνε την δική μας περιέργεια, ίσως και να κατενόμαζε τους αόρατους για μας, δολοφόνους και να τους "τιμωρούσαμε" σήμερα.
....Ναι, γιατί υπάρχουν και τα ηθικά δικαστήρια με ατσάλινα κάγκελα...( Κατερίνα Παπαθεοδώρου )

***

Ο χρήστης Λίτσα Ρητά-Κόγια κοινοποίησε ένα σύνδεσμο.
Και όμως... ο Κώστας Κόγιας, φανερά αηδιασμένος, "έφυγε".
Ίσως και να βαρέθηκε να είναι πλέον θυμωμένος. Ποιός ξέρει;

ANTONISKOUMIOTIS.BLOGSPOT.COM
Από την σοκαρισμένη συντακτική ομάδα του e-Volos.gr, στη μνήμη του προέδρου της ΟΕΒΕΜ,…
Σχόλια

Λίτσα Ρητά-Κόγια Σε αυτή, την τελευταία του συνέντευξη, φαίνεται απογοητευμένος. Θέλει να τρέξει, να προσφέρει, να διεκδικήσει και όμως... οι δυνάμεις του, είναι φανερό, έχουν αρχίσει να τον εγκαταλείπουν. 

Συνεχίζω να αναπαράγω το βιντεο. Το στομάχι μου δένεται κόμπο
ς. Θυμώνω μαζί του. Γιατί ήταν εκείνος που έλεγε ότι "δεν πρόκειται να χαριστούμε σε κανέναν". Ήταν εκείνος, ο "θεότρελος", που πήγε περπατώντας από τον Βόλο μέχρι την Αθήνα και τη Βουλή, για να στείλει παγκοσμίως το μήνυμα. Και τα κατάφερε. Έψαξαν και τον βρήκαν όλα τα διεθνή ειδησεογραφικά πρακτορεία. Έλαβαν το μήνυμα και το μεταλαμπάδευσαν σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Και καμάρωνε. Και πείσμωνε για την συνέχεια. Και όμως...

Και όμως... ο Κώστας Κόγιας, φανερά αηδιασμένος, "έφυγε". 

Ίσως και να βαρέθηκε να είναι πλέον θυμωμένος.

Διαχείριση



***

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΓΙΑΣ
και περίπτερα.....
''Αγαπητοί συνάδελφοι και φίλοι το Ελληνικό Περίπτερο Καπνοπωλείο στην Ελλάδα είναι τρόπος ζωής παράδοση ετών που ζει και αναπνέει με την τοπική κοινωνία. Το Περίπτερο – Καπνοπωλείο στην Ελλάδα είναι ο πρέσβης των πόλεων όπου ο κάθε τουριστικός επισκέπτης αντλεί τις πληροφορίες που θέλει όταν τις θέλει. Τα δε φώτα των περιπτέρων είναι τα φώτα του πολιτισμού που χωρίς αυτά τα φώτα θα είχαμε περισσότερη εγκληματικότητα και περισσότερη βία και που πολλές φορές και εμείς έχουμε προστρέξει σε αυτά τα φώτα για μια βοήθεια ή ένα τηλεφώνημα. Το Περίπτερο – Καπνοπωλείο στην Ελλάδα είναι άμισθος φοροεισπράκτορας της πολιτείας που με την συμβολή του έχει δώσει ουσιαστική οικονομική ανάσα.
 Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς ότι το Εθνικό Σύμβολο της Ελληνικής κοινωνίας το Ελληνικό Περίπτερο έπρεπε να είχε την στήριξη της εκάστοτε κυβέρνησης, και όχι να είναι ο επαίτης. Στο πέρασμα της διαδρομής των 100 χρόνων αυτή η γωνιά του μικρομάγαζου προσπάθησε με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο να αφήσει ανάγλυφα την δική του συμβολή.....''
Η εικόνα ίσως περιέχει: 3 άτομα, υπαίθριες δραστηριότητες


***
Η Λίτσα Ρητά-Κόγια κοινοποίησε μια παλιότερη δημοσίευση.

KATERINADESTAPA.BLOGSPOT.COM
Στο Κεφάλαιο "Κώστας Κόγιας", δεν έχω λέξεις, ακόμα. Δύσκολο να το πιστέψω, δύσκολο να μπω βαθιά...Το ότι η γυναίκα του η Λίτσα, εκφράζεται γραπτώς, είναι μεγάλη παρηγοριά και σίγουρα βαθιά πληγή...Εύχομαι, τόσο στην ίδια, όσο και στον γιο του και σε όλη την οικογένειά του, δύναμη! Δύναμη που να του...


***
Η Λίτσα Ρητά-Κόγια κοινοποίησε μια παλιότερη δημοσίευση.
Όσο ευαίσθητος, μα και δυνατός συνάμα, ώστε να πει: "Δε σ' αντέχω κόσμε, δε μ' αρέσεις. Φεύγω και Φεύγω έτσι σκληρά, τώρα, αυτές τις μέρες, τις πένθιμες (του Πάσχα), μα με την υπόσχεση της Ανάστασης, μετά...!
Φεύγω για να ησυχάσω εγώ, μα και για να σωθούν και οι υπόλοιποι, μετά από μένα...
Φευγάτος, θα με ακούσουν περισσότεροι, θα με πιστέψουν περισσότεροι, θα επαναστατήσουν περισσότεροι, κι όλα ίσως να γίνουν καλύτερα... για σας, εδώ κάτω.
Αφιέρωμα για τον Κώστα Κόγια από την φίλη Κατερίνα Δεστάπα...

Πληροφορίες για αυτόν τον ιστότοπο

***
 ΣΧ, Το βιντεάκι πρέπει να το έκλεισε το γιουτιουμπ. Όχι, εγώ, πάντως!
***
***

ΚΡΙΣΗ...ΚΡΙΣΗ...ΚΡΙΣΗ...
Οικονομική κρίση, ανθρωπιστική κρίση, κρίση αξιών, κρίση αξιοπρέπειας.
Έξι χρόνια η Ελλάδα σε εξαθλίωση, τρία μνημόνια, μέτρα εξοντωτικά, διάλυση της κοινωνίας προς όφελος των μεγάλων συμφερόντων και των Τραπεζών.....
Σε αυτά τα χρόνια στις 12.000 ψυχές ανέρχεται ο αριθμός των αυτοκτονιών, μέσα σε αυτούς και ο Αγωνιστής Κώστας Κόγιας.
Αν κάνεις κάποια μικρή παρανομία τιμωρείσαι, αν κάνεις μεγάλη συνήθως την γλυτώνεις, αν κλέψεις μικροποσό τιμωρία, μεγάλο ποσό παραγραφή.
Λίστες ακούμε ..τιμωρία καμία.....
Σε αυτή τη χώρα οι ένοχοι της εξαθλίωσης μας θα δικαστούν;;;;; 


Οι ένοχοι για τις τόσες αυτοκτονίες έχουν απαλλαγή;;;;
Ποιός θα δικάσει τους υπεύθυνους των ανθρώπων που αφαίρεσαν άδικα τη ζωή τους;;;;;
Δικαίωση ζητάω για τους ανθρώπους που δεν είναι πια μαζί μας....
Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

***
Ο χρήστης Λίτσα Ρητά-Κόγια κοινοποίησε ένα σύνδεσμο.

Πληροφορίες για αυτόν τον ιστότοπο


***

***
ΣΧ. Απ' ότι είδα πολλά δεν είναι διαθέσιμα απ' τα βιντεάκια μου, όπως και άλλων, καθώς και φωτογραφίες που χάθηκαν, όσον αφορά στα δικά μου αφιερώματα.
Όπως και νά 'χει, με πόνεσε η ψυχή μου απόψε. (Βράδυ μεταξύ 17 και 18 Φλεβάρη 2019)
Ένα κατάλαβα, πως καρφάκι δεν καίγεται στους πολιτικούς μας, ούτε γι' αυτούς που φεύγουν, ούτε γι' αυτούς που μένουν!

***
Καλό ταξίδι Πρόεδρε και κουμπάρε Ηλία Μερκούρη, καλή αντάμωση με τον Κώστα Κόγια εκεί στους δρόμους του ουρανού.
http://www.taxydromos.gr/…/283997-apoxairetisan-ton-antista…

***


***
Ο χρήστης Λίτσα Ρητά-Κόγια κοινοποίησε μια φωτογραφία.
Η εικόνα ίσως περιέχει: εσωτερικός χώρος
Λίτσα Ρητά-Κόγια
ΠΕΡΙΠΤΕΡΟ
Σκληρός ο δρόμος κι αγωνία
μια λάμπα που καίει στη γωνία
σκιάζει τη νύχτα με μαγεία
εσέ προσμένει η κοινωνία.
Είμαι περίπτερο
με ξύλινο σώμα
με μία ανθρώπινη καρδιά
σε μία μικρή ζεστή γωνιά.
Δίνω το φώς σ' αυτή την πόλη
και με γυρεύουνε οι φίλοι όλοι
πληροφορία να τους δώσω
και μες στη νύχτα να τους σώσω.
Ντυμένο στα φώτα σε προσμένω
για πάντα θα σε περιμένω
περαστικός αν είσαι και σταθείς
κοντά σε μένα θα βρεθείς
Είμαι περίπτερο
και δεν μιλάω
στο ξύλινο σώμα
εκεί πονάω
ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΓΙΑΣ Περιπτερούχος

***


Ο Κώστας στην Βουλή το 2008


Ο Κώστας σε μία απ' τις πολλές εκθέσεις που έκανε για την ιστορία του καπνού.


Οικογενειακή φωτογραφία του Κώστα, στην αγκαλιά του πατέρα του.







...Μια περιπέτεια... μια ζωή, που θα σας μείνει αλησμόνητη... έτσι κι αλλιώς.


ΣΧ, Αδυνατώ να συνεχίσω το "κλέψιμο" για όσους δεν έχουν Φεις.
Δακρυάκια ή δακράκια.