***
***
Είχα την τιμή από τον εξαιρετικό ποιητή και φίλο Dhimiter Canga να κάνω την επιμέλεια μιας μετάφρασής του σε δικό του ποίημα από τα Αλβανικά... Το έκανα με δάκρυα στα μάτια από την ομορφιά του και σας το παρουσιάζω με μεγάλη χαρά...
Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ
(ΠΟΙΗΜΑ)
Φιλοξενούμενοι είμαστε γιέ μου σε τούτην ανθρωπότητα,
Δεν καταλαβαίνεις πώς τρέχουν τα χρόνια σαν νερό.
Αλίμονο σε όποιον δεν βλέπει αυτήν την πραγματικότητα,
και δεν αγωνίζεται παρά μόνο για το καλό του κόσμου.
Τα παιδικά μου χρόνια περάσανε, χωρίς παιγνίδια έτσι απλά.
Τις αγελάδες του αγά και τη φτώχεια είχα για συντροφιά.
Αλλά όταν είσαι νέος πετάς σαν βοριάς όπως λένε,
έχεις δύναμη, πόδια και ξεπερνάς δυσκολίες και εμπόδια.
Παράδοξα μου φαίνονται τα ίχνη αυτού τού καιρού τώρα.
Άναβα το τσιγάρο στους στάβλους τού αγά στο χωριό
και το έσβηνα στην εκκλησία εκεί που τελειώνει η ανηφόρα.
Μιλάμε για τέτοια γρηγοράδα από τα πόδια για τέτοιο φευγιό.
Σαν υπηρέτης ακολούθησα από κοντά και είδα την ζωή εκεί.
Είδα τον τόπο, από τον πόλεμο, στάχτη και θύματα να θρηνεί.
Σε κάτι Ισραηλινούς δούλεψα ως υπηρέτης σε έναν ξενώνα.
Όλα αυτά ήταν τα πρώτα σχολεία αυτής της ηλικίας για εμένα.
Έμαθα να ζυγίζω τα πράγματα και αλλιώς να τα κοιτάζω,
να τα περνώ στο βελόνι και αλλιώς να τα μετράω.
Ο πατέρας μου είχε έξι άλλους μικρότερους από εμένα
Τέσσερες αδερφές ήθελαν προίκα, τις περίμεναν σπίτια ξένα.
Αυτές οι δυσκολίες, αυτά τα μονοπάτια, τούτοι οι δρόμοι,
με έκαναν να συλλογίζομαι περισσότερο και να σφυρηλατώ τη γνώμη.
Έβλεπα το σπίτι με αυτά τα καπνισμένα και γερασμένα ξύλα,
έβλεπα τι μπορούσα να κάνω και τι να φτιάξω καλύτερα.
Έβλεπα την αχυροσκεπή πού μετά βίας κρατιόνταν,
στη μέση ούτε ο σοφράς δεν μας χωρούσε να μαζευτούμε.
Μερικά ταψιά παράμεναν στη γωνία σε ετοιμότητα σαν φρουροί,
γιατί δεν ήξερες η βροχή από ποια τρύπα μπορεί να μπει.
Τότε ήταν πολύ δύσκολο να βρεις ακόμα και το ψωμί,
ήταν με μερίδες και πολλές φορές έλειπε από το τραπέζι.
Στην ψάθα καταγής στο πλευρό ο ένας του άλλου κοιμόμασταν μαζί,
σαν τις πιπεριές που κρεμούσαμε να στεγνώσουν στη σκάλα στην αυλή.
Κάθε μέρα μεγάλωνα και πιο πολύ έριχνα μπόι,
κι έρχεται η μέρα της παντρειάς και μου χτυπάει την πόρτα.
Με τους συγγενείς και δικούς μου πού δουλεύαμε μαζί στην σποριά,
γνώρισα τη μάνα σας εδώ σ' αυτό το μέρος.
Όμορφη, ψηλή, ήσυχη και σαν το χιόνι λευκή,
με ένα ζευγάρι πλεξίδες σαν τις αρμάθες των κρομμυδιών εκεί.
Παντρευτήκαμε και οι δυο τα πηγαίναμε μια χαρά,
κι όλοι μας ζήλευαν και ήταν σάμπως να μας έφαγαν με το μάτι.
Σιγά-σιγά, βγάλαμε την πέτρα στο βουνό.
Φορτωμένοι καθημερινά γρήγορα σηκώσαμε το χαμόσπιτο.
Σαν όνειρο μου φαίνεται πώς το μαζέψαμε αυτό το υλικό,
ούτε εγώ ο ίδιος μετά από τόσα χρόνια δεν το πιστεύω.
Όπως ξέρετε αρρώστησε η μάνα σας και έφυγε από την ζωή
αφήνοντας πίσω τα τέσσερα εσάς μικρά, ορφανά,
το σπίτι ατελείωτο, χωρίς να ρίξουμε τη σκεπή.
Αυτά και πολλά άλλα μου έκοψαν τα χέρια εκείνη τη στιγμή.
Αυτή η απώλεια με πίκρανε τόσο που δεν ξέρω πώς δεν πνίγηκα στο ποτάμι.
Έβλεπα εσάς μικρά και βρήκα δύναμη, την δυνατότητα και πάλι.
Συχνά έχανα τον ύπνο μου και σκόρπιζαν τα λογικά μου.
Πώς να τα αντιμετωπίσω όλα αυτά, έλεγε μέσα μου η θλιμμένη ψυχή;
Ο Θεός μου έδωσε δύναμη να στηριχτώ στα πόδια.
Ο άνθρωπος πρέπει να είναι δυνατός στην ψυχή και στο σώμα.
Γιατί η ζωή είναι ένα αληθινό μέτωπο, με χαρακτηριστικά πολέμου,
με χαρές, λύπες και πολλά άλλα απρόβλεπτα.
Είχα ακούσει, το καλό ποιός είναι άξιος να το αντέξει,
γιατί το κακό θα το αντέξει κι άθελα τι άλλο μπορεί να κάνει.
Άρχισα να τρέχω για δουλειά από εδώ κι από εκεί.,
για να μπορούσα να κρατήσω το σπίτι, όσο να ορθοποδήσετε εσείς.
Έμαθα μόνος να μαγειρεύω και να ψήνω ψωμί στον φούρνο,
να δουλεύω τούς κήπους, τα χωράφια, να σπέρνω, να θερίζω.
Έμαθα να δουλεύω με μαστοριά το κόκκινο χώμα,
για να ρίξω το καλοκαίρι κεραμίδια και τούβλα.
Ήξερα όλες τις διαδικασίες της δουλειάς στην κεραμική.
Να φτιάχνω στάβλους και κάρβουνο στο βουνό,
να κρατώ κάτι γιδοπρόβατα και άλλα ζωντανά,
πρόσθεσα μια πτέρυγα όταν αγόρασα το άλογο.
Όλα πρέπει να τα ξέρει ο άνθρωπος στην ζωή,
αλλά, το σχολείο και οι γνώσεις έχουν γι αυτόν άλλη χάρη.
Χωρίς σχολείο με το απελέκητο ξύλο αυτός μοιάζει,
όπως η νύχτα η σκοτεινή με μαύρα σύννεφα χωρίς φεγγάρι.
Επειδή ήξερα από αγελάδες κάποιος με θυμήθηκε,
και η εταιρεία που άνοιξε φάρμα μ’ αυτές με πλησίασε.
Μου φάνηκε σαν κάτι να απελευθερώθηκε από το στήθος μου
με ιδρώτα και δουλειά εννοείται, αλλά είδα πώς με εκτιμούσαν.
Φορτωμένος με καταιγίδες, με θύελλες, έτσι κύλησε η ζωή μου.
Το πρωί ο άνθρωπος πρέπει να σηκώνεται νωρίς να δουλεύει,
Τις δουλειές να τις πιάνει με σειρά από τα κέρατα από το κεφάλι,
προτού αυτές τον βάλουν κάτω με τα χέρια τους και πάλι..
Εάν καθίσει γίνεται σαν το στεκούμενο νερό πού κοιμάται,
δεν κυκλοφορεί ούτε αίμα στις φλέβες ούτε τίποτε.
Αναστατώνονται όλα τα όργανα, ο ύπνος δεν σε πιάνει,
το σώμα από την οκνηρία καλό δεν βλέπει, με ευκολία αρρωσταίνει.
Ο άνθρωπος πρέπει όπου και αν είναι να τιμήσει τη δουλειά,
να είναι τολμηρός, ειλικρινής και να δουλεύει χωρίς πονηριά
Να είναι σωστός, δίκαιος, να ακούει, περισσότερα να μαθαίνει,
μόνο έτσι ανοίγει και κάνει τόπο του εαυτού του και δεν χάνει.
Όταν παρέα έκαναν ο αέρας, ο καπνός και η τιμή μια φορά,
-τούτο είναι σαν παραμύθι αλλά νομίζω ότι έχει αξία,
κι εγώ από άλλους το έχω ακούσει πιο παλιά,
και μην στενοχωριέστε αν το μπορεί να το επαναλαμβάνω συχνά-
αφού έφαγαν σκέφτηκαν που να ορίσουν ξανά συνάντηση.
Εγώ, είπε ο αέρας, εκεί που κινούνται τα φύλλα των δέντρων θα είμαι,
Εκεί πού θα δείτε καμινάδα από τζάκι και φωτιά, είπε ο καπνός, εκεί θα είμαι,
Εμένα, είπε η τιμή αν με αφήσετε, μη ψάχνετε πια να με βρείτε.
Το σχολείο, τα βιβλία να τα μάθετε είναι τα κυριότερα,
αλλά τη γη που γεννηθήκατε ποτέ μην την αφήνετε παράμερα.
Αυτή έχει ανάγκη από δουλειά, υπηρεσία, με σύγχρονες γνώσεις,
θέλει προσοχή σαν το μωρό να γίνει γόνιμη και καρπούς να δώσει.
Τα σπιτικά ζώα μιλούν τη γλώσσα τους αλλά σε καταλαβαίνουν,
μες στα μάτια να τα κοιτάζουμε και σαν τον εαυτό μας να τα μεταχειριζόμαστε.
Ο άνθρωπος τα θέλει όλα όπως το νερό, αέρα, την τροφή.
Αυτά που λέω όσο ζω να τα βάλετε σκουλαρίκι στο αυτί.
Μακάρι να ζούσε και ο πατέρας μου ακόμα,
να μου μάθαινε και να με συμβούλευε λιγάκι,
αλλά η ζωή είναι σαν ένα τσιγάρο σύντομη,
πού τώρα το ανάβεις και σε λίγο πάει, σ' αφήνει.
(ΠΟΙΗΜΑ)
Φιλοξενούμενοι είμαστε γιέ μου σε τούτην ανθρωπότητα,
Δεν καταλαβαίνεις πώς τρέχουν τα χρόνια σαν νερό.
Αλίμονο σε όποιον δεν βλέπει αυτήν την πραγματικότητα,
και δεν αγωνίζεται παρά μόνο για το καλό του κόσμου.
Τα παιδικά μου χρόνια περάσανε, χωρίς παιγνίδια έτσι απλά.
Τις αγελάδες του αγά και τη φτώχεια είχα για συντροφιά.
Αλλά όταν είσαι νέος πετάς σαν βοριάς όπως λένε,
έχεις δύναμη, πόδια και ξεπερνάς δυσκολίες και εμπόδια.
Παράδοξα μου φαίνονται τα ίχνη αυτού τού καιρού τώρα.
Άναβα το τσιγάρο στους στάβλους τού αγά στο χωριό
και το έσβηνα στην εκκλησία εκεί που τελειώνει η ανηφόρα.
Μιλάμε για τέτοια γρηγοράδα από τα πόδια για τέτοιο φευγιό.
Σαν υπηρέτης ακολούθησα από κοντά και είδα την ζωή εκεί.
Είδα τον τόπο, από τον πόλεμο, στάχτη και θύματα να θρηνεί.
Σε κάτι Ισραηλινούς δούλεψα ως υπηρέτης σε έναν ξενώνα.
Όλα αυτά ήταν τα πρώτα σχολεία αυτής της ηλικίας για εμένα.
Έμαθα να ζυγίζω τα πράγματα και αλλιώς να τα κοιτάζω,
να τα περνώ στο βελόνι και αλλιώς να τα μετράω.
Ο πατέρας μου είχε έξι άλλους μικρότερους από εμένα
Τέσσερες αδερφές ήθελαν προίκα, τις περίμεναν σπίτια ξένα.
Αυτές οι δυσκολίες, αυτά τα μονοπάτια, τούτοι οι δρόμοι,
με έκαναν να συλλογίζομαι περισσότερο και να σφυρηλατώ τη γνώμη.
Έβλεπα το σπίτι με αυτά τα καπνισμένα και γερασμένα ξύλα,
έβλεπα τι μπορούσα να κάνω και τι να φτιάξω καλύτερα.
Έβλεπα την αχυροσκεπή πού μετά βίας κρατιόνταν,
στη μέση ούτε ο σοφράς δεν μας χωρούσε να μαζευτούμε.
Μερικά ταψιά παράμεναν στη γωνία σε ετοιμότητα σαν φρουροί,
γιατί δεν ήξερες η βροχή από ποια τρύπα μπορεί να μπει.
Τότε ήταν πολύ δύσκολο να βρεις ακόμα και το ψωμί,
ήταν με μερίδες και πολλές φορές έλειπε από το τραπέζι.
Στην ψάθα καταγής στο πλευρό ο ένας του άλλου κοιμόμασταν μαζί,
σαν τις πιπεριές που κρεμούσαμε να στεγνώσουν στη σκάλα στην αυλή.
Κάθε μέρα μεγάλωνα και πιο πολύ έριχνα μπόι,
κι έρχεται η μέρα της παντρειάς και μου χτυπάει την πόρτα.
Με τους συγγενείς και δικούς μου πού δουλεύαμε μαζί στην σποριά,
γνώρισα τη μάνα σας εδώ σ' αυτό το μέρος.
Όμορφη, ψηλή, ήσυχη και σαν το χιόνι λευκή,
με ένα ζευγάρι πλεξίδες σαν τις αρμάθες των κρομμυδιών εκεί.
Παντρευτήκαμε και οι δυο τα πηγαίναμε μια χαρά,
κι όλοι μας ζήλευαν και ήταν σάμπως να μας έφαγαν με το μάτι.
Σιγά-σιγά, βγάλαμε την πέτρα στο βουνό.
Φορτωμένοι καθημερινά γρήγορα σηκώσαμε το χαμόσπιτο.
Σαν όνειρο μου φαίνεται πώς το μαζέψαμε αυτό το υλικό,
ούτε εγώ ο ίδιος μετά από τόσα χρόνια δεν το πιστεύω.
Όπως ξέρετε αρρώστησε η μάνα σας και έφυγε από την ζωή
αφήνοντας πίσω τα τέσσερα εσάς μικρά, ορφανά,
το σπίτι ατελείωτο, χωρίς να ρίξουμε τη σκεπή.
Αυτά και πολλά άλλα μου έκοψαν τα χέρια εκείνη τη στιγμή.
Αυτή η απώλεια με πίκρανε τόσο που δεν ξέρω πώς δεν πνίγηκα στο ποτάμι.
Έβλεπα εσάς μικρά και βρήκα δύναμη, την δυνατότητα και πάλι.
Συχνά έχανα τον ύπνο μου και σκόρπιζαν τα λογικά μου.
Πώς να τα αντιμετωπίσω όλα αυτά, έλεγε μέσα μου η θλιμμένη ψυχή;
Ο Θεός μου έδωσε δύναμη να στηριχτώ στα πόδια.
Ο άνθρωπος πρέπει να είναι δυνατός στην ψυχή και στο σώμα.
Γιατί η ζωή είναι ένα αληθινό μέτωπο, με χαρακτηριστικά πολέμου,
με χαρές, λύπες και πολλά άλλα απρόβλεπτα.
Είχα ακούσει, το καλό ποιός είναι άξιος να το αντέξει,
γιατί το κακό θα το αντέξει κι άθελα τι άλλο μπορεί να κάνει.
Άρχισα να τρέχω για δουλειά από εδώ κι από εκεί.,
για να μπορούσα να κρατήσω το σπίτι, όσο να ορθοποδήσετε εσείς.
Έμαθα μόνος να μαγειρεύω και να ψήνω ψωμί στον φούρνο,
να δουλεύω τούς κήπους, τα χωράφια, να σπέρνω, να θερίζω.
Έμαθα να δουλεύω με μαστοριά το κόκκινο χώμα,
για να ρίξω το καλοκαίρι κεραμίδια και τούβλα.
Ήξερα όλες τις διαδικασίες της δουλειάς στην κεραμική.
Να φτιάχνω στάβλους και κάρβουνο στο βουνό,
να κρατώ κάτι γιδοπρόβατα και άλλα ζωντανά,
πρόσθεσα μια πτέρυγα όταν αγόρασα το άλογο.
Όλα πρέπει να τα ξέρει ο άνθρωπος στην ζωή,
αλλά, το σχολείο και οι γνώσεις έχουν γι αυτόν άλλη χάρη.
Χωρίς σχολείο με το απελέκητο ξύλο αυτός μοιάζει,
όπως η νύχτα η σκοτεινή με μαύρα σύννεφα χωρίς φεγγάρι.
Επειδή ήξερα από αγελάδες κάποιος με θυμήθηκε,
και η εταιρεία που άνοιξε φάρμα μ’ αυτές με πλησίασε.
Μου φάνηκε σαν κάτι να απελευθερώθηκε από το στήθος μου
με ιδρώτα και δουλειά εννοείται, αλλά είδα πώς με εκτιμούσαν.
Φορτωμένος με καταιγίδες, με θύελλες, έτσι κύλησε η ζωή μου.
Το πρωί ο άνθρωπος πρέπει να σηκώνεται νωρίς να δουλεύει,
Τις δουλειές να τις πιάνει με σειρά από τα κέρατα από το κεφάλι,
προτού αυτές τον βάλουν κάτω με τα χέρια τους και πάλι..
Εάν καθίσει γίνεται σαν το στεκούμενο νερό πού κοιμάται,
δεν κυκλοφορεί ούτε αίμα στις φλέβες ούτε τίποτε.
Αναστατώνονται όλα τα όργανα, ο ύπνος δεν σε πιάνει,
το σώμα από την οκνηρία καλό δεν βλέπει, με ευκολία αρρωσταίνει.
Ο άνθρωπος πρέπει όπου και αν είναι να τιμήσει τη δουλειά,
να είναι τολμηρός, ειλικρινής και να δουλεύει χωρίς πονηριά
Να είναι σωστός, δίκαιος, να ακούει, περισσότερα να μαθαίνει,
μόνο έτσι ανοίγει και κάνει τόπο του εαυτού του και δεν χάνει.
Όταν παρέα έκαναν ο αέρας, ο καπνός και η τιμή μια φορά,
-τούτο είναι σαν παραμύθι αλλά νομίζω ότι έχει αξία,
κι εγώ από άλλους το έχω ακούσει πιο παλιά,
και μην στενοχωριέστε αν το μπορεί να το επαναλαμβάνω συχνά-
αφού έφαγαν σκέφτηκαν που να ορίσουν ξανά συνάντηση.
Εγώ, είπε ο αέρας, εκεί που κινούνται τα φύλλα των δέντρων θα είμαι,
Εκεί πού θα δείτε καμινάδα από τζάκι και φωτιά, είπε ο καπνός, εκεί θα είμαι,
Εμένα, είπε η τιμή αν με αφήσετε, μη ψάχνετε πια να με βρείτε.
Το σχολείο, τα βιβλία να τα μάθετε είναι τα κυριότερα,
αλλά τη γη που γεννηθήκατε ποτέ μην την αφήνετε παράμερα.
Αυτή έχει ανάγκη από δουλειά, υπηρεσία, με σύγχρονες γνώσεις,
θέλει προσοχή σαν το μωρό να γίνει γόνιμη και καρπούς να δώσει.
Τα σπιτικά ζώα μιλούν τη γλώσσα τους αλλά σε καταλαβαίνουν,
μες στα μάτια να τα κοιτάζουμε και σαν τον εαυτό μας να τα μεταχειριζόμαστε.
Ο άνθρωπος τα θέλει όλα όπως το νερό, αέρα, την τροφή.
Αυτά που λέω όσο ζω να τα βάλετε σκουλαρίκι στο αυτί.
Μακάρι να ζούσε και ο πατέρας μου ακόμα,
να μου μάθαινε και να με συμβούλευε λιγάκι,
αλλά η ζωή είναι σαν ένα τσιγάρο σύντομη,
πού τώρα το ανάβεις και σε λίγο πάει, σ' αφήνει.
***
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου